Λάθη και παραλείψεις του πρωθυπουργού στην προ ημερών συζήτηση με τον επικεφαλής θεμάτων εξωτερικής πολιτικής των «Financial Times»
Η προ ημερών συζήτηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Gideon Rachman, τον επικεφαλής θεμάτων εξωτερικής πολιτικής των «Financial Times», ήταν καλύτερη συγκριτικά με παλαιότερες επιδόσεις του. Οταν, για παράδειγμα, είχε κάνει άκομψο επικριτικό μάθημα –μέσω της ίδιας εφημερίδας– στον πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν για την αυστηρότατη γαλλική πολιτική έναντι των Τιράνων και των Σκοπίων. Οπως και όταν είχε παραδεχθεί –σε αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο– ότι στην αρχή της πρωθυπουργικής θητείας του δεν ανέμενε να ασχοληθεί πρώτιστα με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Αυτή τη φορά, έπειτα από σχεδόν επτά χρόνια στη Μέγαρο Μαξίμου και τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο κ. Μητσοτάκης εξήγησε ότι κατανοεί τις ανησυχίες των χωρών της Βαλτικής για τα σχέδια της Μόσχας, προσθέτοντας -επιτέλους- ότι και οι ίδιες θα πρέπει να αντιληφθούν «τι σημαίνει να ζεις κοντά σε έναν μεγάλο, επιθετικό γείτονα», εννοώντας την Τουρκία.
Ομως ούτε και στην παρούσα φάση ο πρωθυπουργός απέφυγε λάθη και παραλείψεις. Πρώτα απ’ όλα, ο κ. Μητσοτάκης απλώς σχολίασε -σαν τυχαία διερχόμενος παρατηρητής- ότι «η Τουρκία στο παρελθόν έχει χρησιμοποιήσει έντονα αναθεωρητική ρητορική». Χωρίς να υπογραμμίσει, ως όφειλε, στο βρετανικό και διεθνές κοινό των «Financial Times» το στοιχειώδες ότι η Αγκυρα, πέραν της «ρητορικής», προχωρεί και σε «πράξεις». Με κορυφαία παραδείγματα την εισβολή και επί 52 χρόνια κατοχή της μισής Κύπρου και τη διαρκή αμφισβήτηση της κυριαρχίας και δικαιωμάτων της Ελλάδας σε νησιά του Αιγαίου και τμήματα του εναέριου χώρου και των χωρικών της υδάτων.
Το δεύτερο σημαντικότατο λάθος του κ. Μητσοτάκη, το οποία αποκτά ιδιαίτερη σημασία εν όψει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 18-19 Ιουνίου, που θα εξετάσει τις μελλοντικές σχέσεις της Ουκρανίας με την Ε.Ε., είναι ότι δεν απέκλεισε -κατηγορηματικά και εκ των προτέρων- το ενδεχόμενο μιας μορφής «μερικής ένταξης» της εμπόλεμης χώρας. Δήλωσε μόνον, αμήχανα, ότι «δεν είμαι έτοιμος να σχολιάσω δημόσια αυτές τις ιδέες».
Ομως, κι αν δεχθούμε ότι υπάρχουν σήμερα πολλές ουσιαστικές διαφορές μεταξύ της υποψηφιότητας της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ (που απορρίφθηκε) και στην Ε.Ε. (που αναπτύσσει, επειγόντως, τις δικές της αμυντικές δομές), δεν γνωρίζει ο πρωθυπουργός ότι οι ιδέες «μερικής ένταξης» και «ειδικής σχέσης» αποτελούν ωρολογιακή βόμβα για τα ελληνικά συμφέροντα; Πρόκειται για την πάγια -από τα μέσα της δεκαετίας του ’90- κρυφή επιδίωξη της Τουρκίας, καθώς η «μερική» ή «ειδική» σχέση θα προσφέρει μέγιστα οικονομικά πλεονεκτήματα στην ίδια (και σε ορισμένους εταίρους μας), χωρίς καμία δέσμευση σε θέματα καλών γειτονικών σχέσεων και εξωτερικής ή αμυντικής πολιτικής.
Για τη δε Ουκρανία, η «μερική σχέση» θα αποκτούσε κυρίως πολιτική και κερδοσκοπική σημασία, αφού ήδη υποστηρίζεται (ορθώς) αμυντικά και οικονομικά από τους «27» με ήπιους όρους και αιρεσιμότητες. Επομένως, η «μερική σχέση» του Κιέβου θα αποτελέσει άριστο προηγούμενο για την «ειδική σχέση» της Αγκυρας που θα έχει νέα επιχειρήματα για να τη διεκδικήσει.
Οι δύο παραλείψεις του κ. Μητσοτάκη συμπίπτουν, αφενός, με τις πληροφορίες για το επικείμενο τουρκικό νομοσχέδιο της «Γαλάζιας Πατρίδας», το οποίο σωστά η κυβέρνηση δεν σχολιάζει δημοσίως, καθώς δεν πρέπει να πέσει στην παγίδα να απαντά σε απλές διαρροές. Αφετέρου, συμπίπτουν -με πρόσφατο και το ζήτημα του ουκρανικού ναυτικού drone στη Λευκάδα- με τον αυξανόμενο προβληματισμό πολλών πεπειραμένων στελεχών της Διπλωματικής Υπηρεσίας και των Ενόπλων Δυνάμεων ως προς την ανάπτυξη των σχέσεων Ουκρανίας – Τουρκίας και τη σημασία τους για την Ελλάδα.
Σε αυτό το πλαίσιο διπλωματικού και αμυντικού προβληματισμού γίνεται η ρεαλιστική παραδοχή ότι η Ελλάδα δεν έχει εναλλακτική επιλογή ως προς τη στήριξη του Κιέβου. Για τους πολλούς μήνες ή έτη που θα συνεχίζονται οι εχθροπραξίες ή μια εύθραυστη ανακωχή, καμία ελληνική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να δεχθεί τη λογική των στρατιωτικών εισβολών και της παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου, παρά την απογοήτευση της Αθήνας για την ολοένα θερμότερη σχέση Αγκυρας – Κιέβου. Την ίδια ώρα, αρκετές διαβαθμισμένες πληροφορίες και πολλές ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα πως η ουκρανο-τουρκική συμπόρευση θα εντείνεται όσο οι εξελίξ εις πλησιάζουν προς μία εκεχειρία ή μεσοπρόθεσμη ειρήνευση.
Μέσα σε αυτό το νέο σκηνικό, η Ελλάδα δεν θα έχει να περιμένει πολλά, εφόσον θα βρίσκονται, στα σημερινά τους αξιώματα, ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι και ο υπουργός Εξωτερικών Αντρέι Σίμπιχα. Ο πρώτος ενέπαιξε, εν ψυχρώ, τον κ. Μητσοτάκη. Εδωσαν τα χέρια και αντάλλασσαν ασπασμούς, τον Νοέμβριο του 2025, για τη συμπαραγωγή ναυτικών drones στην Ελλάδα, μέχρι που έγινε σαφές, τον Απρίλιο φέτος, ότι η χρήση τους από τις ημέτερες Ενοπλες Δυνάμεις και η εξαγωγή τους σε τρίτες χώρες θα απαιτούσαν την προηγούμενη έγκριση του Κιέβου.
Προφανέστατα, για να μην πληγούν τα τουρκικά συμφέροντα. Ο δεύτερος, ο κ. Σίμπιχα, δεν έχει απαντήσει, από τις 12 Μαΐου, στο αίτημα-ικεσία του Ελληνα ομολόγου του Γιώργου Γεραπετρίτη να συζητήσουν τηλεφωνικά το ζήτημα του επικίνδυνου drone στη Λευκάδα. Αξιόπιστες πηγές επισημαίνουν ότι, επιπλέον της υφιστάμενης συνεργασίας στα UAVs και στην αεράμυνα, το Κίεβο και η Αγκυρα δίνουν τώρα έμφαση στα ναυτικά drones.
Αξονας ασφαλείας
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα θα κληθεί, στο πλαίσιο της Συμμαχίας των Προθύμων, να συναινέσει ή να διαφωνήσει έναντι της κοινής αντίληψης του Κιέβου και του Λονδίνου (ενδεχομένως και του Παρισιού) ότι η Τουρκία θα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στις εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία. Ειδικά όσον αφορά τη Μαύρη Θάλασσα και νοτιότερα, ως τα Στενά. Ακόμα και αξιωματούχοι του Κιέβου, που δεν είναι γνωστοί για φιλικές σχέσεις με την Αγκυρα, υποστηρίζουν την εδραίωση ενός άξονα ασφαλείας από τις ουκρανικές ακτές ως τη Μεσόγειο.
Αντίθετα, χωρίς να αντιλαμβάνονται τη νέα πραγματικότητα, ο πρωθυπουργός και οι εξωκοινοβουλευτικοί υπουργοί του, εκτός από την αυταπάτη συμπαραγωγής ναυτικών drones, οραματίζονται, αφελώς, ελληνική διαχείριση των λιμενικών εγκαταστάσεων στην Οδησσό, μεγάλες ενεργειακές συμφωνίες και συμμετοχή σε συμβόλαια ανοικοδόμησης. Ωστόσο, με την εξαίρεση ορισμένων κινήσεων της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και της θυγατρικής της Τράπεζας Πειραιώς στο Κίεβο, όλα αυτά έχουν εισέλθει στη σφαίρα της φαντασίας.
* Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη

