Αντί να απαντήσει επί της ουσίας στην κριτική που δέχεται, ο πρώην ΥΠΕΞ Ν. Κοτζιάς επιλέγει συχνά την ειρωνεία και την επίθεση προς όσους διαφωνούν μαζί του
Η πολιτική αλαζονεία που επιμένει να επιδεικνύει ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς στις δημόσιες παρεμβάσεις του ξεπερνά εδώ και καιρό κάθε όριο. Σε πρόσφατη συνέντευξή του σε τηλεοπτικό δίαυλο πανελλαδικής εμβέλειας όχι μόνο υποστήριξε πάλι με θράσος την προδοτική Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά εμφανίστηκε και ως αυστηρός κριτής όσων εξακολουθούν να την απορρίπτουν ως εθνικά επιζήμια.
Με τις παρεμβάσεις του επιχειρεί συστηματικά να μεταθέσει τη συζήτηση από την ουσία της σε επιμέρους ζητήματα. Υποστηρίζει, επί παραδείγματι, ότι ο όρος «μακεδονική γλώσσα» είχε αναφερθεί σε διεθνή φόρα ήδη από προηγούμενες δεκαετίες, επί κυβερνήσεων Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Παρά την όντως απαράδεκτη αυτή ενέργεια της τότε κυβέρνησης, παραλείπει ο Ν. Κοτζιάς να εξηγήσει μία κρίσιμη διαφορά: Είναι πολύ διαφορετικό πράγμα η ύπαρξη ενός όρου σε διεθνή έγγραφα απ’ ό,τι η χρήση του ιδίου όρου σε μία επίσημη, διμερώς υπογεγραμμένη και διεθνώς κατοχυρωμένη αποδοχή του από την ίδια την Ελλάδα! Στις Πρέσπες δεν καταγράφηκε απλώς μία προϋπάρχουσα πραγματικότητα, αλλά με την προδοτική συμφωνία τής προσδόθηκε μία πολιτική νομιμοποίηση.
Προκλητική είναι, επίσης, η σιωπή του ως προς το ότι πρώτη φορά η Ελλάδα αποδέχθηκε διεθνώς την ύπαρξη «μακεδονικής» εθνικότητας / ιθαγένειας. Και αυτό ακριβώς ήταν το μεγάλο πολιτικό και συμβολικό κεκτημένο που εξασφάλισαν οι Σκοπιανοί. Και είναι και κάτι που συνεχίζει να προκαλεί απολύτως δικαιολογημένες αντιδράσεις σε ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, ιδιαιτέρως στην περιοχή της Μακεδονίας μας.
Αντί να απαντήσει επί της ουσίας στην κριτική που δέχεται, ο πρώην υπουργός επιλέγει συχνά την ειρωνεία και την επίθεση προς όσους διαφωνούν μαζί του. Επιλέγει δηλαδή μια στάση που όχι μόνον προκαλεί, αλλά και δεν συνάδει με τη σοβαρότητα ενός ζητήματος που άγγιξε και εξακολουθεί να αγγίζει την εθνική ευαισθησία εκατομμυρίων Ελλήνων.
Εντύπωση προκαλεί και το ότι, αντί να στηλιτεύει τη διαρκή υποχωρητικότητα της κυβέρνησης έναντι των τουρκικών προκλήσεων, που έχει ως αποτέλεσμα να κερδίζει διαρκώς πόντους αξιοποιώντας θρησκευτικούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς δεσμούς με χώρες της περιοχής, εξαιτίας της δικής μας αδράνειας, υποστηρίζει ότι η αυξημένη επιρροή της Τουρκίας στα Σκόπια οφείλεται στη… μη κύρωση των σχετικών μνημονίων συνεργασίας.
Η απόπειρα του πρώην ΥΠΕΞ να παρουσιαστεί ως αποκλειστική αιτία γι’ αυτό το μοναδικό σημείο στο οποίο η κυβέρνηση Μητσοτάκη διέσωσε κάποια ψήγματα αξιοπρέπειας μοιάζει περισσότερο με έναν πολιτικό ελιγμό για τη διάσωση του γοήτρου του παρά ως σοβαρή πολιτική ανάλυση.
Το πρόβλημα δεν είναι οι απόψεις Κοτζιά. Είναι το ύφος ενός πολιτικού που εμφανίζεται όχι απολογούμενος για το εθνικό έγκλημα που διέπραξε, αλλά ως αυθεντία που απαιτεί και… επιβράβευση! Επειτα από τις τεράστιες κοινωνικές αντιδράσεις, τα συλλαλητήρια, τις ενστάσεις συνταγματολόγων, διπλωματών και πολιτών, αλλά και τη διαρκώς ογκούμενη θρασύτητα των Σκοπιανών, θα περίμενε κανείς έστω αυτοσυγκράτηση εκ μέρους του.
Αντιθέτως, βλέπουμε έναν άνθρωπο που αντιμετωπίζει περίπου ως αδαείς όσους διαφωνούν μαζί του. Τη συμφωνία των Πρεσπών θα την κρίνει πολύ αυστηρά η Ιστορία. Μέχρι τότε, όμως, η πολιτική αλαζονεία δεν μπορεί να υποκαθιστά τον διάλογο. Και αυτοί που επέλεξαν να παραδώσουν στοιχεία της μακεδονικής ταυτότητας, εθνικότητα και γλώσσα στους Σκοπιανούς δεν έχουν το δικαίωμα να εμφανίζονται σήμερα ως τιμητές των επικριτών τους.
*Διευθυντής περιοδικού «Ενδοχώρα»

