Οσο περνά ο καιρός γίνεται πιο ευκρινής η στρατηγική του πρωθυπουργού στον δρόμο προς τις κάλπες. Ο Τσίπρας είναι το «ικανόν πρόσχημα» για να του συγχωρεθούν οι αμαρτίες. Τρομάζει ακόμη ένα τμήμα του εκλογικού σώματος. Και δύο κόμματα, ένα του Κέντρου και ένα της «Απω Δεξιάς» (κατά τον εύστοχο χαρακτηρισμό του Ευάγγελου Βενιζέλου), είναι σε παρασκηνιακές συζητήσεις με τον κ. Μητσοτάκη για μετεκλογική συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας ειδικού σκοπού με στόχο την παραγραφή των σκανδάλων.
Για να κατανοήσουμε τη στρατηγική του κ. Μητσοτάκη, πρέπει καταρχάς να θυμόμαστε ότι ιστορικά ποτέ το Κέντρο δεν είχε πρόβλημα συνεργασίας με την οπορτουνιστική άκρα Δεξιά. Ηταν ο καλύτερος πελάτης της. Πλήρωνε καλά (σε αξιώματα). Ο Κυριάκος Μητσοτάκης απέφυγε στην πρώτη του τετραετία να συνεργαστεί με την άκρα Δεξιά, όπως έκανε ο πατέρας του που στηρίχτηκε στην ψήφο Κατσίκη για την αυτοδυναμία της μιας έδρας το 1990, στις καλές σχέσεις με την τότε βασιλική πτέρυγα του κόμματος, στις παρασκηνιακές συνεννοήσεις με τον ακροδεξιό Τύπο των καταδικασμένων εκβιαστών και στις παρακρατικές παρακολουθήσεις Μαυρίκη. Σε αντίθεση με την καραμανλική Δεξιά που ήταν μεταπολιτευτικά μετωπικά απέναντι στην Ακροδεξιά (και αυτό φάνηκε και το 1974 με τα ισόβια στους πρωταιτίους που της στοίχισαν 7% απώλεια στις εκλογές του 1977 και το 2009 με απώλεια 5% εξαιτίας της στημένης σκανδαλολογίας για το Βατοπαίδι από το ΠΑΣΟΚ και τους ακροδεξιούς βοηθούς εκπληρώσεως), ο κ. Μητσοτάκης έχει επιστρέψει εδώ και καιρό στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις» του φιλελεύθερου οπορτουνισμού.
Μετά το ηχηρό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών του 2024 και τον σχηματισμό τεσσάρων κομμάτων της Δεξιάς στα συντηρητικά νώτα του άρχισε να το ξανασκέφτεται. Και κοινώς να… αλείφει βούτυρο στο ψωμί αυτής της οπορτουνιστικής Ακροδεξιάς των συμφερόντων της οποίας τόσο οι γεννήτορες όσο και τα σημερινά τους τέκνα προέρχονται γνησίως από το μητσοτακικό κομμάτι της Ν.Δ. Ή ενστερνίστηκαν στην πορεία την επικερδή κουλτούρα του. Οι «αλοιφές» Μητσοτάκη λειτουργούν ήδη σαν παυσίπονο σε αυτήν την ανασφαλή Ακροδεξιά. Μπορεί ο μέσος πολίτης να μην το καταλαβαίνει, αλλά το κρίσιμο για τη διαμόρφωση συμμαχιών για μετεκλογικές συνεργασίες με αυτές τις δυνάμεις είναι να μην είναι προσωποποιημένες οι επιθέσεις στον κ. Μητσοτάκη, στον κ. Γεραπετρίτη και σε άλλες «δημοκρατικές δυνάμεις». Κυρίως να το «βουλώνουν» για τα σκάνδαλα. Οποιος καταγγέλλει γενικώς και αορίστως τη Ν.Δ. χωρίς να θίγει ονομαστικώς τον πρωθυπουργό, βασικούς υπουργούς του και οικεία του πρόσωπα είναι δυνάμει μετεκλογικός σύμμαχός του.
Προφανώς δεν είναι αυτή η πρώτη επιλογή του πρωθυπουργού, που θέλει να συγκροτήσει πάση θυσία κυβέρνηση παραγραφής των ανομιών του ιδίου και των υπουργών του, βασικά με το ΠΑΣΟΚ, αλλά καλό είναι να υπάρχει ως εφεδρεία. Στην αναβροχιά καλό είναι και το χαλάζι. Η πρώτη επιλογή του πρωθυπουργού είναι, όπως ήδη αναφέραμε, η μετεκλογική συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ του κ. Ανδρουλάκη ή άλλου. «Σπίτι μου σπιτάκι μου» το ΠΑΣΟΚ για τον πρωθυπουργό. Μοχλός για τη συνεργασία αυτή, σύμμαχος ηλιθιότητας ακριβέστερα, είναι ο Αλέξης Τσίπρας, το σκιάχτρο του οποίου ανεμίζει στους πανικόβλητους αστούς αλλά και στους ευάλωτους οπαδούς του ΠΑΣΟΚ ο κ. Μητσοτάκης για να συρρικνώσει το κόμμα τους στην τρίτη θέση, να μειώσει τα ποσοστά του, να αποκεφαλίσει τον Ανδρουλάκη με την πέμπτη φάλαγγα που διαθέτει μέσα στο Κίνημα, να συσπειρώσει κάπως τη Ν.Δ. και να επιτύχει τη συγκρότηση κυβέρνησης παραγραφής με τις ψήφους του ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι ένα σενάριο που συγκεντρώνει πλειοψηφικές πιθανότητες σήμερα, αλλά δεν ανήκει και στη σφαίρα της φαντασίας.
Το σκιάχτρο του Τσίπρα φοβίζει ακόμη σήμερα συντηρητικούς ψηφοφόρους που «θέλουν την ησυχία τους» και ο πρωθυπουργός θέλει να το εργαλειοποιήσει. Η κατάσταση στο ΠΑΣΟΚ είναι άσχημη. Ο μεν Ανδρουλάκης επικρίνεται από στελέχη του ότι δεν «τραβάει», και ας έχει επιβεβαιωθεί δύο φορές στις εσωκομματικές κάλπες, οι δε αμφισβητίες του δεν διαφωνούν απλώς μαζί του. Τον υπονομεύουν στα σαλόνια των Αθηνών και καραδοκούν για να γίνουν οι πυροκροτητές της ανατροπής Ανδρουλάκη το βράδυ των πρώτων εκλογών. Η προώθηση αυτής της στρατηγικής Μητσοτάκη υποβοηθείται αυτήν τη στιγμή από δημοσκοπήσεις που τον εμφανίζουν πλασματικά στην περιοχή του 30% (δύο χρόνια η βελόνα της αναγωγής είναι κολλημένη στο 30%, λες και δεν συμβαίνει τίποτε στη χώρα που να δικαιολογεί αυξομειώσεις) και από τις εξελίξεις στην τηλεόραση. Ολοι οι ενοχλητικοί δημοσιογράφοι οδηγούνται στην έξοδο από τα προγράμματα τηλεοπτικών σταθμών που του έκαναν κριτική και τακτοποιούνται σε άλλους, σε ακίνδυνες ζώνες με καλύτερες αμοιβές. Την ώρα, τέλος, που ο πρωθυπουργός ερωτά την Καρυστιανού και τον Τσίπρα πού βρίσκουν τα λεφτά να ιδρύσουν κόμμα, εκείνος χρηματοδοτεί τριγωνικώς με κατάπτωση εγγυήσεων του Δημοσίου καναλάρχες εργολάβους και, κατά τα φαινόμενα, κάνει δωρεάν καμπάνια από τα ΜΜΕ τους με το κόμμα του να «χρηματοδοτείται» – «ευεργετείται» – «ωφελείται» εμμέσως από χρήματα του Ελληνικού Δημοσίου. Την ώρα που ερωτά τον Ανδρουλάκη με αστυφύλακα κοστολόγησης το δημοσιονομικό συμβούλιο πού θα βρει τα 2 δισ. για τη 13η σύνταξη, εκείνος μοιράζει 1,5-2 δισ. ευρώ στα συμφέροντα χωρίς να τον ρωτά κανείς «πού τα βρήκες τα λεφτά». Αρχοντας.
Ο κύριος πρωθυπουργός στο πλαίσιο αυτό («ελέγχω ΜΜΕ, μετρήσεις και δύο κόμματα της αντιπολίτευσης σαν παραμάγαζα με παράγκες μου στο εσωτερικό της) πιστεύει ότι θα τα καταφέρει και αυτήν τη φορά. Η αλήθεια είναι ότι το θέλει ακόμη και μετά από δύο θητείες περισσότερο από τους άλλους γιατί τα διακυβεύματά του, εκτός από πολιτικά, είναι και ποινικά. Αν θα τα καταφέρει, είναι άλλο θέμα. Οι ποινικολόγοι λένε γι’ αυτές τις περιπτώσεις ότι κανένα έγκλημα δεν είναι τέλειο. Ολο και κάτι σου διαφεύγει.


