Είναι η ιερή στιγμή που ξεχνάς να αναπνεύσεις, η μπίρα αφήνεται να ξεθυμάνει και το σουβλάκι μένει μετέωρο λίγα εκατοστά από το στόμα, περιμένοντας τη λύτρωση
Υπάρχουν δύο πράγματα που μπορούν να ενώσουν τους Ελληνες και ολάκερη την ανθρωπότητα: μια εξωγήινη εισβολή και το Μουντιάλ. Και επειδή οι εξωγήινοι μάλλον είναι μια παπάτζα της παγκόσμιας εξουσίας ή, αν υπάρχουν, δεν το πολυσκέφτονται να μπουκάρουν, το Παγκόσμιο Κύπελλο παραμένει ο απόλυτος, αδιαμφισβήτητος βασιλιάς της καρδιάς μας.
Το Μουντιάλ θρονιάζεται ακόμα στο περίοπτο βάθρο του 1ου νικητή των διοργανώσεων, διότι είναι η μεγαλύτερη, πιο μαγευτική και, ευτυχώς, εντελώς αναίμακτη σύγκρουση των εθνών στην ιστορία του πλανήτη. Για έναν μήνα οι γεωπολιτικές ισορροπίες, τα διπλωματικά πρωτόκολλα και οι οικονομικές κρίσεις παραμερίζονται.
Ολη η ύπαρξη ενός έθνους, η ιστορία του, τα συμπλέγματά του και τα όνειρά του συμπυκνώνονται σε έντεκα τύπους που κυνηγούν μια ασπρόμαυρη, στρογγυλή «θεά». Είναι ένας «πόλεμος» όπου τα κανόνια έχουν αντικατασταθεί από αθλητικά παπούτσια που εκτοξεύουν πλασεδάκια και σουτ-βολίδες αντί για οβίδες και οι στρατηλάτες φορούν κοστούμια στον πάγκο, μασώντας νευρικά τσίχλα.
Εμείς οι Ελληνες, βέβαια, έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση με τον θεσμό. Ακόμα κι όταν η Εθνική μας ομάδα εισπράττει τεσσάρες (όπως έκανε στο Μουντιάλ του 1994, επί Παναγούλια) ή αποφασίζει να κάτσει σπίτι της για να μην κουράζεται, ή για να μας προστατεύσει από τα εγκεφαλικά, το ελληνικό DNA μεταλλάσσεται.
Ο μέσος Ελληνας μεταμορφώνεται ακαριαία σε διεθνούς εμβελείας αναλυτή, που ξέρει καλύτερα από τον Σκαλόνι (ομοσπονδιακός προπονητής ποδοσφαίρου της Αργεντινής) γιατί η ομάδα του πρέπει να παίξει με 4-4-2 ή 4-3-3, αλλά και σε… στρατηγό, που πολεμάει, λεκτικά πάντα, στο καφενείο υπέρ μιας χώρας της Λατινικής Αμερικής επειδή συμπαθεί το φολκλόρ τους.
Το καρδιοχτύπι αυτών των τριάντα ημερών δεν συγκρίνεται με τίποτα στον κόσμο. Είναι αυτό το μοναδικό σκίρτημα στο στήθος όταν η ομάδα σου (έστω και η «υιοθετημένη» σου ομάδα για το καλοκαίρι) βγαίνει στην αντεπίθεση. Είναι η ιερή στιγμή που ξεχνάς να αναπνεύσεις, η μπίρα αφήνεται να ξεθυμάνει και το σουβλάκι μένει μετέωρο λίγα εκατοστά από το στόμα, περιμένοντας τη λύτρωση. Αν αυτή η προσήλωση δεν έχει κάποια μεταφυσική διάσταση, τότε περί τίνος πρόκειται;
Στο χορτάρι του Μουντιάλ η φανέλα φέρει εθνόσημο. Οταν ο επιθετικός εφορμά προς την αντίπαλη εστία, δεν κουβαλάει μόνο την μπάλα. Κουβαλάει στην πλάτη του τις ελπίδες εκατομμυρίων ανθρώπων που εκείνη την ώρα προσεύχονται σε κάθε γνωστό και άγνωστο θεό, δακρύζουν και αλαλάζουν, ενθουσιάζονται και διαλύονται συναισθηματικά. Είναι μια σύγκρουση πολιτισμών, αλλά με τον πιο όμορφο και ειρηνικό τρόπο. Και τα στερεότυπα αντέχουν ακόμα. Οι πειθαρχημένοι Βορειοευρωπαίοι συγκρούονται με το φλογερό ταμπεραμέντο των Νοτιοαμερικανών, οι Αφρικανοί φέρνουν τον δικό τους ρυθμό και οι Ασιάτες την αντοχή και την ταχύτητα.
Ολο αυτό το παγκόσμιο δράμα εξελίσσεται για έναν και μοναδικό σκοπό: για να φέρουν οι νικητές το χρυσό τρόπαιο πίσω στην πατρίδα, να βγει ο λαός στους δρόμους, να κορνάρει μέχρι το πρωί και να νιώσει, έστω για λίγο, ότι είναι το κέντρο του σύμπαντος. Ζήτω, λοιπόν, το Μουντιάλ! Αυτό το παγκόσμιο, θορυβώδες, υπέροχο τσίρκο που μας θυμίζει ότι, στο κάτω κάτω της γραφής, όλοι οι λαοί είμαστε μια μεγάλη παρέα που απλώς θέλει να δει την μπάλα να καταλήγει στα δίχτυα. Ας ανάψουν οι προβολείς κι ας κερδίσει ο καλύτερος ή τουλάχιστον αυτός που παίξαμε στο στοίχημα!
Και για το φινάλε: ακόμα να φύγει από τις καρδιές μας η θέα οντοτήτων όπως ο Πελέ που καταστέριζαν τη Βραζιλία στα απώτατα σύνορα των ποδοσφαιρικών συμπάντων ή του Μαραντόνα που άπλωσε το χέρι του στον Θεό (και προς την μπάλα, βεβαίως) για να σκοράρει κόντρα στους Εγγλέζους και να τους εκδικηθεί για λογαριασμό της Αργεντινής για τον πόλεμο των Νήσων Φόκλαντ. Αθάνατοι!
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»

