Για δεκαετίες παρέμεινε στο περιθώριο της ευρωπαϊκής ιστορικής μνήμης, σκιασμένη από τη δίνη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Κι όμως, ήδη από το 1914, πριν ακόμη ξεσπάσει η παγκόσμια σύρραξη, είχαν τεθεί σε εφαρμογή οι μηχανισμοί που θα οδηγούσαν στη συστηματική εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η βία εκείνης της περιόδου δεν υπήρξε αποσπασματική, αλλά εντάχθηκε σε ένα οργανωμένο σχέδιο εθνικής ομογενοποίησης, το οποίο υιοθέτησαν οι Νεότουρκοι μετά την ήττα τους στους Βαλκανικούς Πολέμους.
Την άνοιξη του 1914, σε ένα ήδη τεταμένο διπλωματικό περιβάλλον λόγω της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης για τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, εκκινεί η συντονισμένη εκστρατεία εκτοπισμών των ελληνικών πληθυσμών της δυτικής Μικράς Ασίας. Περιοχές όπως η Πέργαμος, το Δικελί, η Φώκαια, καθώς και οι οικισμοί στον Αδραμυττηνό κόλπο και στα Δαρδανέλλια, βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας πολιτικής που συνδύαζε τον εκφοβισμό, τη λεηλασία και τη βίαιη εκδίωξη.
Η καταστροφή της Φώκαιας τον Ιούνιο του 1914 συνιστά ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά και πρώιμα επεισόδια αυτής της διαδικασίας. Μαζί με το «Μαύρο Πάσχα» των Θρακών λίγους μήνες νωρίτερα, εντάσσεται σε μια αλληλουχία γεγονότων που προαναγγέλλουν τη Γενοκτονία των Ελλήνων της καθ’ ημάς Ανατολής. Η καταστροφή δεν περιορίστηκε σε μια τοπική έκρηξη βίας, αλλά αποτέλεσε μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής εκκαθάρισης, η οποία εφαρμόστηκε με τη στήριξη ή την ανοχή των οθωμανικών Αρχών.
Σε ένα μόλις 24ωρο
Το ίδιο το γεγονός εκτυλίχθηκε σε διάστημα ενός μόλις εικοσιτετραώρου, από τις 12 έως τις 13 Ιουνίου 1914 (30-31 Μαΐου με το παλαιό ημερολόγιο). Κατά τη διάρκεια αυτού του σύντομου αλλά εξαιρετικά βίαιου χρονικού διαστήματος, σημειώθηκαν πυρπολήσεις κατοικιών, λεηλασίες περιουσιών και δολοφονίες.
Ο άμαχος πληθυσμός, σε κατάσταση πανικού, κατέφυγε στην παραλία, επιχειρώντας να διαφύγει με πλωτά μέσα προς τα γειτονικά νησιά και την ηπειρωτική Ελλάδα, ιδίως προς τη Μυτιλήνη, τη Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά.
Συλλογική λήθη
Παρά τις σχετικές αναφορές που κυκλοφόρησαν ήδη από την εποχή εκείνη στην Ευρώπη, τα γεγονότα δεν προκάλεσαν την άμεση διεθνή αντίδραση που θα ανέμενε κανείς. Αντιθέτως, εντάχθηκαν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σιωπής και υποβάθμισης, το οποίο οδήγησε σταδιακά σε μια μορφή συλλογικής λήθης.
Η γενιά των τελευταίων Ελλήνων που έζησαν στις αρχές του 20ού αιώνα στα μικρασιατικά παράλια βίωσε όχι έναν αλλά δύο διωγμούς, το 1914 και το 1922. Ο πρώτος, εκείνος του Ιουνίου του 1914, που έπληξε κυρίως τους κατοίκους της Παλαιάς και της Νέας Φώκαιας, παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα λιγότερο γνωστός στη συλλογική μνήμη.
Ο λόγος δεν ήταν η απουσία μαρτυριών, αλλά η έλλειψη οπτικών τεκμηρίων. Οι μνήμες διασώθηκαν κυρίως μέσω των προφορικών αφηγήσεων των προσφύγων.
Το υλικό
Η κατάσταση αυτή μεταβλήθηκε ριζικά με την ανεύρεση του φωτογραφικού αρχείου που αποδίδεται στον Φελίξ Σαρτιό, τον Γάλλο αρχαιολόγο και μηχανικό που βρισκόταν στη Φώκαια ως επικεφαλής αρχαιολογικής αποστολής.
Ο Σαρτιό είχε μεταβεί στην περιοχή λίγες ημέρες πριν από τις σφαγές και την καταστροφή, για να συνεχίσει τις ανασκαφές που είχε ξεκινήσει το φθινόπωρο του 1913, και υπήρξε ο μόνος ξένος αυτόπτης μάρτυρας της καταστροφής.
Το ίδιο έτος δημοσίευσε στη Γαλλία το έργο Le sac de Phocée et l’expulsion des Grecs ottomans d’Asie-Mineure, ένα κείμενο 36 σελίδων στο οποίο καταγράφει όσα ο ίδιος και οι συνεργάτες του είδαν και βίωσαν. Επίσης πλέον γνωρίζουμε ότι φωτογράφησε και τα κατεστραμμένα και λεηλατημένα σπίτια σαν αποδεικτικό στις μετέπειτα διαλέξεις που έδωσε στη Γαλλία. Με δικές του προσπάθειες η πόλη της Μασσαλίας έστειλε οικονομική βοήθεια στους «αδελφούς» πρόσφυγες Φωκιανούς.
Η ανακάλυψη των φωτογραφιών έγινε τον Μάιο του 2005, κατόπιν ενημέρωσης του δρ Χάρη Γιακουμή από Τούρκο συλλέκτη, ο οποίος είχε αποκτήσει ένα σύνολο γυάλινων στερεοσκοπικών πλακών μέσω δημοπρασίας στο Παρίσι. Οι εικόνες αρχικά δεν προξένησαν ιδιαίτερη εντύπωση, καθώς περιλάμβαναν συνήθεις απεικονίσεις της Ελλάδας των αρχών του 20ού αιώνα.

Ωστόσο, σε δεύτερο χρόνο παρουσιάστηκε ένα επιμέρους σύνολο εικόνων από τη Μικρά Ασία, οι οποίες αποτύπωναν σκηνές καταστροφής: καπνό να υψώνεται από συνοικίες της Φώκαιας, καμένα και λεηλατημένα σπίτια, πτώματα στην παραλία και πληθυσμούς να επιβιβάζονται σε βάρκες με κατεύθυνση την απέναντι ακτή. Σε ορισμένες από αυτές υπήρχαν γαλλικές λεζάντες με την ένδειξη «Phocée, événements 1914».
Σε εκείνη τη φάση δεν υπήρχε σαφής αναφορά στον φωτογράφο. Μέσω της ιστορικής έρευνας και της συσχέτισης των δεδομένων, κατέστη σαφές ότι ο μόνος ξένος που βρισκόταν στη Φώκαια κατά τη διάρκεια των γεγονότων ήταν ο Σαρτιό.
Τα αρχεία στο Λούβρο
Μετά από συστηματική μελέτη, ταξινόμηση και χρονολόγηση του υλικού, προέκυψε μια νέα πληροφορία που οδήγησε στον εντοπισμό πρόσθετου αρχειακού υλικού στο Μουσείο του Λούβρου. Σε χώρο του μουσείου φυλασσόταν μια δερμάτινη βαλίτσα με το όνομα του Γάλλου αρχαιολόγου, η οποία είχε παραδοθεί ως ιδιωτική δωρεά.
Στο εσωτερικό της περιλαμβάνονταν έγγραφα και τεκμήρια που σχετίζονταν άμεσα με τα γεγονότα της Φώκαιας. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζει μια φωτογραφία του Χρυσόστομου Σμύρνης με ιδιόχειρη αφιέρωση προς τον Σαρτιό, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη συμβολή του στη διάσωση των Φωκιανών.
Λίγους μήνες αργότερα, εντοπίστηκε και ένα τρίτο σύνολο φωτογραφιών στα επίσημα αρχεία του τμήματος ελληνικής τέχνης του Λούβρου, το οποίο είχε δωρηθεί από τη χήρα του Σαρτιό στη μνήμη του.
Η σημασία του συνόλου αυτού των τεκμηρίων είναι καθοριστική, καθώς προσφέρει μια σπάνια και άμεση οπτική καταγραφή ενός γεγονότος που έως τότε επιβίωνε κυρίως στη σφαίρα της προφορικής μνήμης.
Οι φωτογραφίες, σε συνδυασμό με το γραπτό του έργο και το αρχειακό υλικό που εντοπίστηκε μεταγενέστερα, συγκροτούν ένα ενιαίο σώμα πηγών που τεκμηριώνει με τρόπο αδιαμφισβήτητο τη φύση και την έκταση της βίας που ασκήθηκε κατά των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας ήδη από το 1914.
Με τα λόγια του Σαρτιό
«Ουρλιαχτά ακούγονται, αλαλιασμένοι άνθρωποι φεύγουν τρέχοντας με τα ρούχα σκισμένα και το πρόσωπο ματωμένο, ενώ οι πληγωμένοι σέρνονται στο κατώφλι. Όσοι επιτιθέμενοι είχαν μπει με τη βία στα σπίτια βγαίνουν με τις αγκαλιές φορτωμένες μπόγους που τους στοιβάζουν βιαστικά σε μεγάλα κοφίνια πάνω στα ζώα τους».
«Το πλήθος ορμάει προς τις προκυμαίες αναζητώντας με το βλέμμα πλεούμενα για να φύγει. Όλα σχεδόν τα πλεούμενα έχουν εξαφανιστεί από την προηγούμενη».
«Επικρατεί τέτοιος πανικός ώστε άλλη γυναίκα πνίγεται μπροστά στα μάτια μας, σε σημείο της ακτής όπου το νερό δεν ξεπερνάει τους 60 πόντους. Φωνές φρίκης απαντούν στους πυροβολισμούς. Εγκαταλείπω την ιδέα να περιγράψω όλες τις σκηνές που διαδραματίζονται μπροστά μας. Η συνοικία μας βρίσκεται στην άκρη της θάλασσας, τα σπίτια είναι αραιά χτισμένα, με κήπους γύρω. Η περιοχή είναι ανοιχτή και σχετικά εύκολα μπορείς να φύγεις και να ξεφύγεις από τους φονιάδες».
«Λεηλατούν, πυρπολούν, σκοτώνουν ψυχρά, χωρίς μίσος, κατά μια έννοια μεθοδικά. Επικεφαλής τους είναι δύο άτομα που πολλοί γνωρίζουν στην περιοχή ως ενεργά μέλη της τοπικής Επιτροπής “Ένωσις και Πρόοδος”. Εφαρμόζουν πρόγραμμα που τους έχουν σχεδιάσει στο όνομα των ανώτερων συμφερόντων της Αυτοκρατορίας και της θρησκείας. Η λεηλασία, οι προσωπικές εκδικήσεις, ο βιασμός είναι ο μισθός τους».

«Τι έγινε στα λαβυρινθώδη σοκάκια, όπου είναι κρυμμένος ο όγκος του πληθυσμού; Τι φρικαλεότητες να έγιναν στη σκιά, μακριά από το επικριτικό μας βλέμμα;».
«Όλη τη μέρα του Σαββάτου 13 Ιουνίου μέχρι τις 7 περίπου το βράδυ εκτυλίσσονται ταυτόχρονα οι σκηνές των δύο μεγάλων πράξεων του δράματος: η οικτρή έξοδος και η αναίσχυντη λεηλασία».
«Στις 7 το βράδυ η καταστροφή είχε ολοκληρωθεί. Μετά βίας 24 ώρες. Δεν μπορώ να μη συγκινούμαι όταν σκέφτομαι ότι η ζωή της παλιάς μητρόπολης της Μασσαλίας έσβησε ανάμεσα στις πτυχώσεις της σημαίας μας!».
«Έφυγαν χωρίς το παραμικρό, αφού τους άρπαξαν ό,τι είχαν και δεν είχαν. Μαζί τους πήραν μονάχα ό,τι ρούχα φορούσαν πάνω τους, αφού από ορισμένους άρπαξαν ακόμα και τα παπούτσια. Στην προκυμαία, όπου τους επιβιβάζουμε στα πλεούμενα, τους ταλαιπωρούν και πάλι αρπάζοντας, οι άπληστοι, από τις γυναίκες δέματα με κουρέλια και υποβάλλοντας σε σωματική έρευνα άντρες, γυναίκες και παιδιά για να τους πάρουν τα πουγκιά τους και ό,τι μικροαντικείμενα μπορεί να έκρυβαν πάνω τους».
Γεωργία Βορύλλα
* Ευχαριστούμε θερμά τον δρ Χάρη Γιακουμή και τις εκδόσεις Kallimages (Παρίσι) για την παραχώρηση του φωτογραφικού και του πληροφοριακού υλικού, που προέρχεται από τα έργα Φωκαϊκά Βλέμματα (εξαντλημένο) και Φώκαια 1913-1920: Η μαρτυρία του Φελίξ Σαρτιό.

