Το 2022, ο πρώην επικεφαλής λοιμωξιολόγος των ΗΠΑ, Δρ. Άντονι Φάουτσι, εμφανιζόταν απόλυτα σίγουρος και πρόθυμος να λογοδοτήσει δημόσια για κάθε απόφαση που έλαβε κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Σε δηλώσεις του, τόνιζε χαρακτηριστικά πως δεν είχε «τίποτα να κρύψει» και δήλωνε με αυτοπεποίθηση:
«Αν γίνω σάκος του μποξ, ας γίνω σάκος του μποξ. Ωστόσο, θα χαρώ πολύ να καταθέσω ενώπιον οποιασδήποτε επιτροπής εποπτείας […] Μπορώ να εξηγήσω και να δικαιολογήσω όλα όσα έχω κάνει.»
Ωστόσο, η εικόνα αυτή ανατράπηκε πλήρως κατά την κατάθεσή του στην Επιτροπή Εσωτερικής Ασφάλειας της Αμερικανικής Γερουσίας. Αντί για τις εξαντλητικές εξηγήσεις και τις απαντήσεις που είχε υποσχεθεί, ο Δρ. Φάουτσι όρθωσε ένα συμπαγές «τείχος σιωπής».
Κατά τη διάρκεια μιας τρίωρης συνεδρίασης, και ενώ κλήθηκε να απαντήσει σε κρίσιμα ερωτήματα των Ρεπουμπλικανών σχετικά με τις ευθύνες στη διαχείριση της πανδημίας, τις παρενέργειες των εμβολίων και την πιθανή χρηματοδότηση επικίνδυνων πειραμάτων στην Κίνα, ο Φάουτσι επανέλαβε περισσότερες από 100 φορές τη φράση:
«Κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων μου, αρνούμαι να απαντήσω.»
Κάνοντας εκτεταμένη χρήση της Πέμπτης Τροπολογίας του Αμερικανικού Συντάγματος (που προστατεύει τον πολίτη από τη μη αυτοενοχοποίηση), ο άνθρωπος που κάποτε δήλωνε πρόθυμος να υπερασπιστεί κάθε του απόφαση, επέλεξε να μην απαντήσει σε καμία ουσιαστική ερώτηση.
Η στάση αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση του προέδρου της επιτροπής, γερουσιαστή Ραντ Πολ, ο οποίος προανήγγειλε αίτημα παραπομπής του Φάουτσι για περιφρόνηση του Κογκρέσου, υποστηρίζοντας ότι δεν δικαιούται τη συγκεκριμένη συνταγματική κάλυψη. Έτσι, η δημόσια υπόσχεση του 2022 για απόλυτη διαφάνεια κατέληξε σε μια σιωπηρή αποχώρηση από την αίθουσα της Γερουσίας υπό αστυνομική φρουρά
