Ο Σωτήρης Τσαφούλιας και η Ευαγγελία Μουμούρη συναντώνται για πρώτη φορά επί θεατρικής σκηνής, παρουσιάζοντας το έργο της Κατερίνας Γιαννάκου «Μια κανονική μέρα», από τις 11 Οκτωβρίου, για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, στο νέο θέατρο Εργον, Ζωοδόχου Πηγής 3 και Ακαδημίας, 2110211301. Ο σκηνοθέτης, ως μετρ αφήγησης ανθρώπινων ιστοριών, υπογράφει έναν δυνατό γυναικείο μονόλογο, που αναμένεται να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες θεατρικές προτάσεις της νέας περιόδου.
Ο Σωτήρης Τσαφούλιας υπογράφει τη σκηνοθεσία ενός συγχρόνου, βαθιά ανθρώπινου έργου, ενώ η Ευαγγελία Μουμούρη ερμηνεύει έναν απαιτητικό και συγκινητικό ρόλο, φωτίζοντας με ευαισθησία τη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής έναντι στην απώλεια, στη μνήμη και την ανάγκη για μια νέα αρχή.
Στο επίκεντρο του έργου βρίσκεται μια γυναίκα που προσπαθεί να συνεχίσει τη ζωή της έπειτα από ένα γεγονός που άλλαξε τα πάντα, με την αιφνίδια απώλεια του συζύγου της. Καθώς οι μέρες περνούν και η καθημερινότητα απαιτεί να συνεχίσει να λειτουργεί, έρχεται αντιμέτωπη με τις αναμνήσεις, τις ενοχές, τις προσδοκίες των άλλων, σε μια συγκινητική ιστορία για την αντοχή και τη δύναμη να συνεχίζεις, ακόμα κι όταν όλα σε καλούν να παραιτηθείς.
Στο σκηνοθετικό σημείωμα ο Σωτήρης Τσαφούλιας επισημαίνει: «Κάθε μέρα περνάμε δίπλα από ανθρώπους που κουβαλούν αόρατες καταστροφές… Οχι επειδή έχασε τον άντρα της. Αλλά επειδή έχασε τη βεβαιότητα ότι ο κόσμος έχει νόημα. Ενας άνθρωπος φεύγει. Ο κόσμος όμως δεν σταματά. Τα φανάρια ανάβουν και σβήνουν.
Τα σχολεία ανοίγουν. Τα δελτία ειδήσεων αρχίζουν στην ώρα τους… Η ηρωίδα αυτού του έργου δεν παλεύει με τον θάνατο του άντρα της. Παλεύει με την ιδέα ότι ίσως μια μέρα καταφέρει να ζήσει χωρίς αυτόν. Γιατί στη ζωή μας υπάρχουν γεγονότα που δεν λύνονται. Μόνο κουβαλιούνται. Και ίσως τελικά η ενηλικίωση να μην είναι τίποτε άλλο από το να συνεχίζεις να περπατάς κρατώντας μέσα σου όλα όσα ποτέ δεν θα καταλάβεις».
Το έργο της Κατερίνας Γιαννάκου μιλά γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Για τους αθέατους ήρωες της καθημερινότητας. Για εκείνους που δεν σώζουν τον κόσμο. Σώζουν απλώς την επόμενη ώρα. Μέχρι που χωρίς να το καταλάβουν, εισέρχεται και πάλι λίγο φως από το παράθυρο. Ο σκηνοθέτης εξηγεί ότι «ίσως τελικά η αγάπη να μην είναι η υπόσχεση ότι δεν θα χαθούμε ποτέ. Ισως η αγάπη να είναι αυτό που μένει όταν κάποιος έχει ήδη χαθεί.
Για μένα το έργο δεν είναι μια ιστορία θανάτου, είναι μια ιστορία αντίστασης. Η σιωπηλή, αόρατη και καθημερινή αντίσταση ενός ανθρώπου που ενώ έχει κάθε λόγο να εγκαταλείψει, επιλέγει να μείνει. Και ίσως αυτό να είναι το πιο γενναίο πράγμα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος. Να μείνει. Οταν κανείς δεν τον βλέπει. Οταν κανείς δεν τον χειροκροτεί. Οταν η ζωή συνεχίζει να απαιτεί από αυτόν να ζήσει».
