Η κλιματική αλλαγή δεν επηρεάζει πλέον μόνο την επιφάνεια της Μεσογείου, αλλά διεισδύει πλέον σε βάθη χιλιάδων μέτρων, με τον ρυθμό θέρμανσης και αύξησης της αλατότητας να επιταχύνεται σε ολόκληρη τη θαλάσσια λεκάνη.
Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα νέας μελέτης που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Geophysical Research Letters» της Αμερικανικής Ένωσης Γεωφυσικών, η οποία εξέτασε δεδομένα πεδίου από το 1950 έως το 2025. Το φαινόμενο εμφανίζεται εντονότερο στην κεντρική και ανατολική Μεσόγειο, με αιχμή την Αδριατική Θάλασσα, όπου οι μεταβολές φτάνουν πλέον μέχρι τον πυθμένα.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα πρώτα 100 μέτρα της Μεσογείου εμφανίζουν σήμερα θερμοκρασία υψηλότερη κατά περίπου δύο βαθμούς Κελσίου σε σύγκριση με τον μέσο όρο της περιόδου 1950-1999. Ενώ παλαιότερες έρευνες είχαν ήδη καταγράψει την επιτάχυνση της επιφανειακής θέρμανσης, παρέμενε άγνωστο εάν αντίστοιχη τάση παρατηρείται και στα βαθύτερα στρώματα, καθώς και εάν το φαινόμενο είναι διάχυτο σε ολόκληρη τη λεκάνη.
Το ερέθισμα για τη νέα έρευνα έδωσαν επιστήμονες του Ινστιτούτου Ruđer Bošković στην Κροατία, οι οποίοι είχαν εντοπίσει ασυνήθιστα υψηλές τιμές θερμοκρασίας και αλατότητας στα βαθιά ύδατα της νότιας Αδριατικής, καθώς και ζώνες αυξημένης αλατότητας σε επιφανειακά νερά που παλαιότερα εντοπίζονταν αποκλειστικά στο ανατολικότερο άκρο της Μεσογείου.
Η ανάλυση των ερευνητικών αποστολών των τελευταίων 75 ετών έδειξε ότι τόσο η θερμοκρασία όσο και η αλατότητα αυξάνονται σχεδόν καθολικά, με τον ρυθμό αύξησης να επιταχύνεται συνεχώς. Σε ορισμένα σημεία, η θερμοκρασία ανεβαίνει έως και 0,3 βαθμούς Κελσίου ανά δεκαετία, ενώ η αλατότητα αυξάνεται κατά περίπου ένα δέκατο του γραμμαρίου αλατιού ανά κιλό νερού στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη βαθιά κυκλοφορία των θαλασσών, η οποία καθορίζεται από τις διαφορές πυκνότητας του νερού: η θέρμανση το καθιστά ελαφρύτερο, ενώ η αύξηση της αλατότητας το κάνει βαρύτερο. Επειδή οι δύο αυτές δυνάμεις κινούνται παράλληλα, η συνολική πυκνότητα των νερών της Μεσογείου έχει μεταβληθεί σημαντικά λιγότερο απ’ ό,τι θα υποδείκνυε μεμονωμένα καθεμία εκ των δύο παραμέτρων κάτι που, σύμφωνα με τους ερευνητές, συγκαλύπτει εν μέρει την πραγματική ένταση της κλιματικής επιβάρυνσης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση στη νότια Αδριατική, όπου τα βαθιά ύδατα έχουν θερμανθεί από το 2000 και μετά με ρυθμό περίπου έξι φορές ταχύτερο σε σχέση με μια τυπική μεσογειακή λεκάνη. Καθώς η αύξηση της αλατότητας εξακολουθεί προς το παρόν να υπερισχύει της θερμικής διαστολής, το νερό διατηρεί την τάση του να βυθίζεται, μεταφέροντας έτσι τη θερμότητα βαθύτερα στη Μεσόγειο.
Αν και η νέα μελέτη δεν περιελάμβανε μετρήσεις οξυγόνου, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το θερμότερο νερό έχει εγγενώς μειωμένη ικανότητα συγκράτησης οξυγόνου, ένα φαινόμενο που έχει ήδη καταγραφεί σε τμήματα της Μεσογείου. Παράλληλα, η θέρμανση των βαθιών νερών περιορίζει τα καταφύγια για τα θαλάσσια είδη που επιχειρούν να διαφύγουν από τις αυξανόμενες θερμοκρασίες.
Οι ωκεανοί του πλανήτη έχουν απορροφήσει πάνω από το 25% των ανθρωπογενών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και πάνω από το 90% της πλεονάζουσας θερμότητας που παγιδεύεται από τα αέρια του θερμοκηπίου, συμβάλλοντας καθοριστικά στη συγκράτηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη σε πιο διαχειρίσιμα επίπεδα.
Η Μεσόγειος, ωστόσο, ξεχωρίζει ως ιδανικό «πειραματικό μοντέλο» για τη μελέτη αυτών των διεργασιών, καθώς η κυκλοφορία των νερών της μεταξύ επιφάνειας και βυθού πραγματοποιείται περίπου δέκα φορές ταχύτερα σε σχέση με τους ανοιχτούς ωκεανούς. Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες θεωρούν ότι όσα καταγράφονται σήμερα στη Μεσόγειο ενδέχεται να αποτελούν πρόδρομο δείγμα του πώς θα εξελιχθούν, σε βάθος χρόνου, και οι μεγαλύτερες ωκεάνιες λεκάνες του πλανήτη υπό την πίεση της κλιματικής κρίσης.
