Τα σύνορα του νεότευκτου τουρκικού κράτους χαράχτηκαν στη Λοζάνη, με την ομώνυμη συνθήκη, με εξαίρεση αυτά με το Βασίλειο του Ιράκ, προτεκτοράτο της Βρετανίας με εντολή της Κοινωνίας των Εθνών. Στις διαπραγματεύσεις στην ελβετική πόλη δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Βρετανίας και Τουρκίας σχετικά με την κυριαρχία των περιοχών της Μοσούλης και του Κιρκούκ. Το Ζήτημα της Μοσούλης παρέμεινε το μόνο σημαντικό ανεπίλυτο θέμα στη διάσκεψη και αποφασίστηκε ότι οι δύο χώρες θα πραγματοποιούσαν διμερείς συνομιλίες.
Ο Μουσταφά Κεμάλ, αν έδινε τη Μοσούλη στους Βρετανούς, κινδύνευε να κατηγορηθεί ότι αφίσταται του Εθνικού Ορκου, με βάση τον οποίον τα εδάφη αυτά θα έπρεπε να υπάγονται στο τουρκικό κράτος. Η περιοχή του Κιρκούκ και της Μοσούλης ήταν γνωστό από τότε ότι διέθεταν τεράστια αποθέματα πετρελαίου, τα οποία οι Βρετανοί δεν ήταν διατεθειμένοι να αφήσουν στην Τουρκία. Για να πειστεί ο Μουσταφά Κεμάλ να παραχωρήσει τα εδάφη αυτά, οι Βρετανοί έβαλαν τα «μεγάλα μέσα».
Οι Νεστοριανοί επιθυμούσαν να ιδρύσουν ένα χριστιανικό κράτος ή αυτόνομη οντότητα στην περιοχή. Η Βρετανία, για να ασκήσει πίεση στην Αγκυρα, εξόπλισε και υποκίνησε τους Νεστοριανούς να εξεγερθούν εναντίον του τουρκικού κράτους. Η εξέγερση έλαβε χώρα μεταξύ 7 Αυγούστου και 26 Σεπτεμβρίου 1924 στην περιοχή Χακιάρι, που τώρα είναι ο τελευταίος νομός της Τουρκίας, στα σύνορα με το Ιράκ. Το 1925 ξέσπασε η εξέγερση των Κούρδων, υπό τον Σεΐχ Σαΐτ, η οποία διήρκεσε από τις 13 Φεβρουαρίου μέχρι τις 31 Μαρτίου, αποδεικνύοντας πόσο ευάλωτος σε πιέσεις ήταν ο Μουσταφά Κεμάλ.
Τελικά, τα σύνορα Τουρκίας – Ιράκ καθορίστηκαν με τη Συμφωνία της Αγκυρας, που υπογράφηκε στις 5 Ιουνίου 1926 από τη Μεγάλη Βρετανία, την Τουρκία και το Ιράκ, διευθετώντας οριστικά το «Ζήτημα της Μοσούλης». Με τη συμφωνία αυτή η Τουρκία αποδέχθηκε την ένταξη της πλούσιας σε πετρέλαια περιοχής της Μοσούλης στο Ιράκ, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα το 10% των πετρελαϊκών εσόδων για 25 χρόνια.
Την ευθύνη διαχείρισης των πετρελαϊκών κοιτασμάτων ανέλαβε η Anglo-Persian Oil Company, προκάτοχος της ΒΡ – British Petroleum, ενώ μερίδιο 5% επί των εσόδων δόθηκε στον Αρμενο-Βρετανό επιχειρηματία Καλούστ Γκιουλμπενκιάν, ως επιβράβευση για τη διαμεσολάβησή του με την τουρκική κυβέρνηση, για την επίτευξη της Συμφωνίας της Αγκυρας.
Τελικά, έπειτα από ακριβώς εκατό χρόνια, η Τουρκία επανέρχεται στην περιοχή, αγοράζοντας μερίδιο 15% των πετρελαίων του Κιρκούκ. Συγκεκριμένα, η κρατική πετρελαϊκή εταιρία της Τουρκίας TPAO απέκτησε μερίδιο 15% στην BP Energy Company of Kirkuk Limited, τον εργολάβο για την ανακατασκευή και τον εκσυγχρονισμό του πετρελαϊκού συγκροτήματος του Κιρκούκ, που αποτελείται από τα κοιτάσματα Baba, Avanah, Bai Hassan, Jambur και Khabbaz, με αρχικό ακαθάριστο ανακτήσιμο πόρο άνω των τριών δισεκατομμυρίων βαρελιών ισοδύναμου πετρελαίου.
Ομως, πέρα από την οικονομική διάσταση του πράγματος, υπάρχει και η γεωπολιτική, δεδομένου ότι μαζί με την Τουρκία, συμμετέχουν στην εκμετάλλευση και οι ΗΠΑ, διά της ConocoPhillips. Για να γίνει κατανοητό το σχήμα, η BP Energy Company of Kirkuk Limited κατέχει το 43% των μετοχών και διατηρεί το πλειοψηφικό πακέτο, η ConocoPhillips απέκτησε πρόσφατα το 42% και η Τουρκία το υπόλοιπο 15%.
Ολα αυτά υπάγονται στον νέο γεωπολιτικό σχεδιασμό του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, τον οποίον έχει αναλάβει να υλοποιήσει ο δισεκατομμυριούχος φίλος του, πρέσβης των ΗΠΑ, Τομ Μπάρακ, ο οποίος έχει διοριστεί και ειδικός απεσταλμένος του προέδρου των ΗΠΑ για το Ιράκ και τη Συρία. Στον όλο σχεδιασμό και στις επιπτώσεις στην περιοχή θα αναφερθούμε στο άρθρο μας της Κυριακής.
