Τη δική του «πραγματικότητα» περιγράφει στους πολίτες ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από τα εθνικά ζητήματα μέχρι την οικονομία. Αήθης επίθεση στον Α. Σαμαρά και στη Μ. Καρυστιανού
Οσο μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στο κυβερνητικό αφήγημα και στην πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες κι όσο οι κάλπες πλησιάζουν, τόσο πιο αλαζονικός εμφανίζεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Οι τελευταίες δημόσιες παρουσίες του πρωθυπουργού επιβεβαίωσαν ότι το Μέγαρο Μαξίμου έχει επιλέξει οριστικά τον δρόμο της άρνησης, της αντιστροφής της πραγματικότητας και της πανηγυρικής αυτοδικαίωσης.
Για τον κ. Μητσοτάκη δεν υπάρχουν σκάνδαλα, δεν υπάρχουν πολιτικές ευθύνες, δεν υπάρχουν λανθασμένες επιλογές. Υπάρχουν μόνο παρεξηγήσεις, διαχρονικές παθογένειες, «αστικοί μύθοι» και πολιτικοί αντίπαλοι που δεν αναγνωρίζουν το δήθεν κυβερνητικό έργο. Η εικόνα αυτή αποτυπώθηκε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στα εθνικά θέματα.
Την ώρα που η Τουρκία συνεχίζει να κραδαίνει τον νόμο της «Γαλάζιας Πατρίδας», να διατηρεί το casus belli, να αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και να επενδύει καθημερινά στον αναθεωρητισμό, ο πρωθυπουργός εξακολουθεί να παρουσιάζει τα «ήρεμα νερά» περίπου ως εθνικό θρίαμβο. Πρόκειται για μια επικίνδυνη εμμονή που ταυτίζεται πλήρως με τη γραμμή του «φιλέλληνα» Γεραπετρίτη και η οποία προκαλεί αντιδράσεις ακόμη και μέσα στην παράταξη.
Οταν δε κλήθηκε να τοποθετηθεί για τα σκάνδαλα, προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, επιχειρώντας ουσιαστικά να αθωώσει τους πάντες και τα πάντα, ενώ, όπου η κουβέντα γινόταν πιο άβολη, επικαλούνταν το δικαίωμα της σιωπής. Για το πολύκροτο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ μίλησε για καθυστερήσεις και διαχρονικές παθογένειες, αποφεύγοντας να εξηγήσει πώς μια κυβέρνηση επτά ετών εμφανίζεται σήμερα ως θεατής ενός δυσώδους μηχανισμού που λειτουργούσε επί των ημερών της. Για το σιδηροδρομικό έγκλημα των Τεμπών επέλεξε να καταγγείλει όσους μιλούν για συγκάλυψη, να χαρακτηρίσει την υπόθεση της πυρόσφαιρας «αστικό μύθο».
Ούτε κουβέντα για το μπάζωμα. Ούτε κουβέντα για τις πολιτικές ευθύνες και τον πρώην υπουργό Κ. (Αχ) Καραμανλή. Στις υποκλοπές, πάλι, αρκέστηκε στις γνωστές αναφορές περί «δυσλειτουργιών», λες και επρόκειτο για ένα διοικητικό λάθος και όχι για μια σκοτεινή υπόθεση που τραυμάτισε τη δημοκρατική λειτουργία της χώρας. Εκεί, όμως, που έπεσαν πραγματικά οι μάσκες ήταν όταν χρειάστηκε να μιλήσει για τον Αντώνη Σαμαρά.
Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό ο Κυριάκος Μητσοτάκης εκδήλωσε δημόσια τον πραγματικό του φόβο, αναφερόμενος στο ενδεχόμενο να βρεθεί αντιμέτωπος με μια πολιτική κίνηση που θα απευθυνθεί ακριβώς στο ακροατήριο το οποίο βλέπει σήμερα να απομακρύνεται από τη Νέα Δημοκρατία. Γι’ αυτό και πίσω από τις υποκριτικές φιλοφρονήσεις προς τον πρώην πρωθυπουργό κρυβόταν μια ευθεία προειδοποίηση. Επέλεξε να του υπενθυμίσει δημόσια ότι η Νέα Δημοκρατία «τον ξαναγκάλιασε» μετά την Πολιτική Ανοιξη και «του έδωσε την ευκαιρία να γίνει πρωθυπουργός».
Πρόκειται αναμφίβολα για μια τοποθέτηση που καθοδηγείται από πανικό και αγγίζει τα όρια της έμμεσης απειλής. Διότι ο πρωθυπουργός δεν εμφανίστηκε ως επικεφαλής μιας ισχυρής παράταξης που δεν φοβάται τον ανταγωνισμό, αλλά ως αδύναμος, που αισθάνεται την ανάγκη να προειδοποιήσει έναν πρώην πρωθυπουργό για τις συνέπειες των επιλογών του.
Η αλήθεια είναι ότι το Μαξίμου βλέπει πλέον καθαρά μια σημαντική μερίδα παραδοσιακών ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας να αμφισβητεί ανοιχτά τις επιλογές της κυβέρνησης στα εθνικά θέματα, στη διαχείριση της Μεταναστευτικού, στην ιδεολογική φυσιογνωμία της παράταξης και στη γενικότερη πολιτική κατεύθυνση της χώρας. Βλέπει επίσης ότι ο Αντώνης Σαμαράς εκφράζει ένα υπαρκτό πολιτικό και κοινωνικό ακροατήριο που δεν αισθάνεται πλέον ότι εκπροσωπείται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Γι’ αυτό και οι συνεχείς εκκλήσεις περί «λογικής», «ενότητας» και «ευθύνης» δεν ακούγονται ως εκφράσεις αυτοπεποίθησης αλλά ως κραυγές αγωνίας. Γιατί, αν το ενδεχόμενο ενός κόμματος Σαμαρά ήταν πράγματι πολιτικά αδιάφορο, ο πρωθυπουργός δεν θα αφιέρωνε ούτε λεπτό για να το σχολιάσει. Το γεγονός ότι επέλεξε να το κάνει επανειλημμένα, με τόσο προσωπικό και φορτισμένο τρόπο, αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη ομολογία φόβου που έχει κάνει μέχρι σήμερα.
Οι δημοσκοπήσεις μπορεί να εξακολουθούν να δίνουν πρωτιά στη Νέα Δημοκρατία, αλλά απέχουν πολύ από την αυτοδυναμία. Και στο Μαξίμου γνωρίζουν πολύ καλά ότι μια οργανωμένη διαρροή προς τα δεξιά θα μπορούσε να μετατρέψει το όνειρο της «μίας κάλπης» σε πολιτικό εφιάλτη.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, αήθη και προσβλητικά ήταν όσα επέλεξε να πει ο πρωθυπουργός και για τη Μαρία Καρυστιανού, υποστηρίζοντας ότι δεν διαθέτει ούτε βασικές γνώσεις για να σταθεί ως πολιτικός αρχηγός. Μια αχρείαστη και πολιτικά μικρόψυχη αναφορά απέναντι σε ένα πρόσωπο που έχει ταυτιστεί στη συνείδηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας με την αναζήτηση αλήθειας και δικαιοσύνης για το έγκλημα των Τεμπών που φέρει φαρδιά πλατιά τη στάμπα του κυβερνώντος κόμματος.
Στο μέτωπο της οικονομίας, τέλος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικαλέστηκε ξανά τον μπαμπούλα του χρέους, τους δημοσιονομικούς στόχους και τον κίνδυνο νέας επιτροπείας, απορρίπτοντας με τρομολαγνικό τρόπο μέτρα όπως η μείωση του ΦΠΑ, την ώρα που το κόστος ζωής καλπάζει ανεξέλεγκτα. Το συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση δεν δείχνει διατεθειμένη να αλλάξει πορεία. Αντίθετα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται πεπεισμένος ότι η συνταγή που οδήγησε στη συσσώρευση κρίσεων, σκανδάλων και κοινωνικής δυσαρέσκειας είναι η ίδια που θα του εξασφαλίσει μια νέα εκλογική νίκη. Μόνο που η καθεστωτική αλαζονεία υπήρξε διαχρονικά ο χειρότερος πολιτικός σύμβουλος, και συνήθως προηγείται της πτώσης.