Η Σουηδία παρουσιαζόταν για χρόνια ως το απόλυτο παράδειγμα της «ανοιχτής κοινωνίας», μια χώρα που υποδεχόταν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, νόμιμους και παράνομους, χωρίς ουσιαστικούς κανόνες, χωρίς απαιτήσεις και χωρίς να ζητάει τα απαραίτητα ανταλλάγματα σεβασμού. Τα αποτελέσματα αυτής της αλόγιστης πολιτικής έγιναν ξεκάθαρα με την πάροδο των ετών, αφού δημιουργήθηκαν γκέτο όπου η αστυνομία δεν μπορεί να επιβάλει την τάξη, η εγκληματικότητα χτύπησε κόκκινο, εμφανίστηκαν παράλληλες κοινωνίες με άγριους κανόνες και η κοινωνική συνοχή δέχτηκε σοβαρό πλήγμα.
Πλέον, όμως, η Σουηδία κάνει μια θεαματική στροφή και δείχνει σε ολόκληρη την Ευρώπη ότι βρήκε επιτέλους τον τρόπο να αντιμετωπίσει τη μαζική μετανάστευση και τις βαριές συνέπειές της. Κατάλαβε, έστω και αργά, ότι καμία σοβαρή χώρα δεν μπορεί να επιβιώσει αν δεν θέσει ξεκάθαρα όρια. Με τους νέους αυστηρούς νόμους που θέτει σε ισχύ, η σουηδική κυβέρνηση ξεκαθαρίζει τους όρους παιχνιδιού. Οποιος μετανάστης θέλει να ζει και να προκόψει εκεί οφείλει να διάγει έντιμο βίο. Αν δεν σέβεται τους νόμους, αν δεν πληρώνει τους φόρους ή τα χρέη του, αν εξαπατά το σύστημα κοινωνικών παροχών ή αν αρνείται να προσαρμοστεί στους κανόνες της χώρας που τον φιλοξενεί, τότε πολύ απλά παίρνει τον δρόμο της απέλασης και της επιστροφής στην πατρίδα του.
Το πρόβλημα, εξάλλου, δεν είναι μόνο η παράνομη μετανάστευση και το πώς περνάει κανείς τα σύνορα μιας χώρας. Το ουσιαστικό θέμα είναι πως ακόμη και πολλοί νόμιμοι μετανάστες αρνούνται συστηματικά να υπακούσουν στις βασικές αρχές που χρειάζεται μια κοινωνία για να επιβιώσει και να αναπαραχθεί. Υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων που θεωρεί ότι μπορεί να εγκατασταθεί σε μια ευρωπαϊκή χώρα απολαμβάνοντας τα προνόμια, την ασφάλεια, τις υποδομές και τα επιδόματα, αλλά ταυτόχρονα να αγνοεί επιδεικτικά τους νόμους, τον πολιτισμό και τον τρόπο ζωής της τοπικής κοινωνίας. Η κοινωνική ειρήνη και η ευημερία δεν χαρίζονται σε κανέναν, απαιτούν αμοιβαίο σεβασμό και προσπάθεια. Οταν κάποιος επιλέγει να ζήσει σε μια ξένη χώρα, η ελάχιστη υποχρέωσή του είναι να υπακούει τους κανόνες της και να μη βλάπτει το κοινωνικό σύνολο. Η Σουηδία σταματάει πλέον να μοιράζει μόνιμες άδειες διαμονής και χαριστικές παροχές. Καθιστά σαφές προς όλες τις κατευθύνσεις ότι η παραμονή στο έδαφός της είναι ένα προνόμιο που κερδίζεται καθημερινά με την υπεύθυνη συμπεριφορά και τον σεβασμό στο κράτος, και όχι ένα δεδομένο δικαίωμα που δεν αφαιρείται ποτέ.
Την ώρα που η Σουηδία δείχνει τον δρόμο της λογικής, της σοβαρότητας και της προστασίας της εθνικής κυριαρχίας, στην Ελλάδα η κατάσταση παραμένει δυστυχώς απογοητευτική. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δείχνει ξεκάθαρα πως είτε δεν θέλει είτε δεν μπορεί να λάβει αντίστοιχα τολμηρά μέτρα, καθώς διακατέχεται από μια έκδηλη αδυναμία και φοβικότητα απέναντι στους μετανάστες. Αντί να εμπνευστεί από το σουηδικό μοντέλο, να επιβάλει αυστηρούς κανόνες υποχρεωτικής προσαρμογής και να προχωρήσει σε άμεσες απελάσεις όσων δεν διάγουν έντιμο βίο ή παρανομούν, η ελληνική κυβέρνηση προτιμά να διαχειρίζεται το πρόβλημα επιφανειακά, αφήνοντας τις γειτονιές και τους πολίτες εκτεθειμένους, με πολλές περιοχές της Αθήνας να μην έχουν κανένα στοιχείο πλέον που να θυμίζει Ελλάδα.
Η απόφαση της Στοκχόλμης να θεσπίσει την υποχρέωση του έντιμου βίου και να εμπλέξει τις κρατικές υπηρεσίες στον έλεγχο της παρανομίας είναι απλή κοινή λογική. Επί χρόνια, η αλόγιστη ανοχή βαφτιζόταν προοδευτικότητα, με αποτέλεσμα να διαλυθούν οι δομές της κοινωνίας και να απειληθεί η ασφάλεια των ίδιων των πολιτών. Η Σουηδία κατάλαβε ότι μια φιλόξενη κοινωνία δεν σημαίνει μια αδύναμη και απροστάτευτη κοινωνία. Οποιος θέλει να δουλέψει τίμια, να προσφέρει και να σεβαστεί τους νόμους της χώρας είναι ευπρόσδεκτος. Οποιος, όμως, νομίζει ότι μπορεί να εκμεταλλεύεται το σύστημα και να περιφρονεί τους κανόνες της χώρας που τον υποδέχτηκε δεν έχει πλέον καμία θέση σε αυτήν. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για να παραμείνουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες ασφαλείς, βιώσιμες και λειτουργικές στο μέλλον.
Η κρίση στην Ισπανία και οι κίνδυνοι για την Ελλάδα
Πρωτοφανείς τριγμούς και έντονο προβληματισμό προκαλεί στην Ευρώπη η δραματική κατάσταση στη Θέουτα, όπου περίπου 60.000 παράνομοι μετανάστες πέρασαν τα σύνορα από το Μαρόκο μέσα σε μόλις είκοσι τέσσερις ώρες.
Ταυτόχρονα, φέρνει προ των ευθυνών της την κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία οφείλει να αναλύσει προσεκτικά το ισπανικό παράδειγμα και να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αυστηρή φύλαξη των ελληνικών συνόρων. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι μια αντίστοιχη μεθοδευμένη πίεση δεν θα εκδηλωθεί αύριο σε κάποιο ελληνικό νησί στο Αιγαίο.
Η εξέλιξη στην Ισπανία φέρνει την κεντροαριστερή κυβέρνηση Σάντσεθ αντιμέτωπη με μια τεράστια ασύμμετρη κρίση, καθώς η τοπική κοινωνία παραλύει και τα σύνορα της χώρας είναι αντιμέτωπα με μαζική εισβολή. Η αντίδραση της Ιταλίας ήταν ακαριαία, με τη Ρώμη να απειλεί ακόμη και με αναστολή της Συμφωνίας Σένγκεν για την Ισπανία, θεωρώντας ότι η ανεξέλεγκτη αυτή ροή συνιστά ευθεία απειλή για την ασφάλεια ολόκληρης της γηραιάς ηπείρου.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η στροφή της Σουηδίας προς μια αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική φαντάζει πλέον ως μία καίρια και επιβεβλημένη απόφαση. Τα γεγονότα στη Θέουτα επιβεβαιώνουν ότι η παράνομη μετανάστευση αποτελεί υπαρξιακή απειλή για την ασφάλεια της γηραιάς ηπείρου, δημιουργώντας συνθήκες υβριδικής απειλής.
Η προστασία των εθνικών και ευρωπαϊκών συνόρων απαιτεί εγρήγορση, αποφασιστικότητα και μηδενική ανοχή σε πρακτικές που παραβιάζουν την εθνική κυριαρχία. Η Ευρώπη καλείται να εγκαταλείψει τις αυταπάτες και να υιοθετήσει μια κοινή, αυστηρή στρατηγική αποτροπής, πριν οι μαζικές αυτές ροές δημιουργήσουν μη αναστρέψιμα τετελεσμένα για τα έθνη κράτη της Ενωσης.

