Η μαρτυρία του πρώην πρωθυπουργού στη δίκη για τον θάνατο του Βαλυράκη, που τη θεωρεί «βίαιη δολοφονία». Τι είπε για τις υποκλοπές
Μια κατάθεση που προκάλεσε αίσθηση και άφησε βαρύ αποτύπωμα τόσο στην αίθουσα του δικαστηρίου όσο και στο ευρύτερο σκηνικό έδωσε την Πέμπτη ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, στη δίκη για τον θάνατο του ιστορικού στελέχους του ΠΑΣΟΚ Σήφη Βαλυράκη.
Η παρουσία και μόνο ενός πρώην πρωθυπουργού στα δικαστήρια της Ευελπίδων αποτέλεσε γεγονός υψηλού συμβολισμού. Ομως ο Αντώνης Σαμαράς δεν πήγε απλώς για να καταθέσει. Πήγε για να μιλήσει με λόγια καθαρά και να στείλει μηνύματα που δύσκολα περνούν απαρατήρητα. Στην κατάμεστη αίθουσα, με όλα τα βλέμματα στραμμένα επάνω του, απέτισε φόρο τιμής στον φίλο του Σήφη Βαλυράκη, σκιαγραφώντας την προσωπικότητα ενός ανθρώπου που, όπως είπε, δεν λύγιζε μπροστά σε τίποτα.
«Ηταν λιοντάρι» είπε χαρακτηριστικά. Και αυτή η μία λέξη έμοιαζε αρκετή για να περιγράψει έναν άνδρα που έζησε με ένταση, τόλμη και πατριωτικό πάθος. Ο Σαμαράς ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που μίλησε τηλεφωνικά με τον Βαλυράκη πριν από τον θάνατό του. Η τελευταία τους συνομιλία δεν αφορούσε προσωπικά ζητήματα, αλλά -όπως θα περίμενε κανείς από δύο πολιτικούς με έντονη εθνική ευαισθησία- τις τουρκικές προκλήσεις και τα εθνικά θέματα, με αφορμή άρθρο του Σαμαρά εκείνη την Κυριακή σχετικά με τον κατευνασμό ως πολιτική απέναντι στην Τουρκία.
Νωρίτερα, στην αρχή της κατάθεσής του, είχε αναφερθεί στη φιλία που τους συνέδεε. «Με καλούσε στο Ιδρυμα Μεσογειακών Ερευνών να μιλήσω για θέματα εξωτερικής πολιτικής. Ηταν μια εποχή σκληρή τότε μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Η φιλία αυτή συνεχίστηκε».
Και αυτό που είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον ήταν ο τρόπος με τον οποίο μίλησε για τον Σήφη Βαλυράκη. Οχι σαν για έναν παλιό πολιτικό αντίπαλο, αλλά σαν για αδελφό, περιγράφοντας έναν δεσμό χτισμένο πάνω στον αμοιβαίο σεβασμό, στην ευθύτητα και, κυρίως, την κοινή αγωνία για την πατρίδα: «Θεωρώ τιμή μου που γνώρισα στη ζωή μου τον Σήφη Βαλυράκη. Εναν ανυποχώρητο άνθρωπο και έναν από τους πιο έντιμους πολιτικούς. Εναν άνθρωπο που προσέφερε πολλά».

Ο Αντώνης Σαμαράς και ο Σήφης Βαλυράκης απέδειξαν ότι ο πατριωτισμός μπορεί να γεφυρώσει ακόμα και βαθιές πολιτικές διαφορές. «Ηταν μια βίαιη δολοφονία. Ο Βαλυράκης ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που θα μπορούσε να πνιγεί. Το κενό που άφησε πίσω του είναι τεράστιο» είπε για τον θάνατό του, για να συμπληρώσει:
Tο τηλεφωνημα
«Ηταν άφοβος. Σκαρφάλωνε σε στρατιωτικά αεροπλάνα. Πέρασε κολυμπώντας στην Αλβανία. Είναι αστείο να λέμε ότι δεν μπόρεσε να δαμάσει τη θάλασσα». «Τι συζητήσατε σε εκείνο το τηλεφώνημα;» ρώτησε συνήγορος τον Αντ. Σαμαρά, ο οποίος απάντησε: «Η θέση μου ήταν ότι δεν συζητάς με έναν πειρατή – πράγμα το οποίο ο Σήφης υιοθετούσε». Εκεί όμως που η αίθουσα «πάγωσε» ήταν όταν η συζήτηση μεταφέρθηκε στο σκοτεινό κεφάλαιο των υποκλοπών.
Σε σχετική ερώτηση της Ζωής Κωνσταντοπούλου, ο πρώην πρωθυπουργός δεν μάσησε τα λόγια του. «Πράγματι με παρακολουθούσαν. Τότε δεν γνώριζα ότι παρακολουθούμαι, ούτε μπορούσαμε να γνωρίζουμε με τον Σήφη αν παρακολουθούνταν οι συνομιλίες μας. Αναδρομικά μπορώ να αξιολογήσω ότι κάποιοι που ενδιαφέρονταν να ξέρουν, θα ενδιαφέρονταν να ξέρουν τι σκέφτεται και τι λέει ο Σήφης Βαλυράκης. Εγώ μέχρι σήμερα δεν έχω πληροφορηθεί και περιμένω να μάθω γιατί με παρακολουθούσαν».
Είπε όμως και κάτι ακόμα με νόημα, αποκλείοντας το ενδεχόμενο ο Σήφης Βαλυράκης να είχε νιώσει εκείνη την ημέρα αδιαθεσία λόγω ηλικίας: «Φαίνεται να το ’χει η μοίρα πως όποιος περνάει τα 70 θεωρείται παροπλισμένος. Δεν είναι έτσι». Πριν από λίγες ημέρες από την Κρήτη είχε πει χαρακτηριστικά και για τον εαυτό του: «Μου λένε έφτασες 75, γιατί δεν κάθεσαι ήσυχος; Απαντώ, στους αγώνες για την πατρίδα δεν υπάρχει σύνταξη. Σε ακολουθούν μέχρι την τελευταία σου πνοή».
Η παρουσία Σαμαρά στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο ήταν τελικά κάτι πολύ περισσότερο από μια δικαστική κατάθεση. Ηταν μια παρέμβαση με πολλαπλά μηνύματα. Και ίσως το πιο ηχηρό από όλα -λίγο προτού ανοίξει τα χαρτιά του- ήταν ότι παραμένει παρών, με καθαρό λόγο, ισχυρά αντανακλαστικά και σταθερή εθνική πυξίδα.