Η λειτουργία των πολιτικών σχηματισμών και το νομικό πλαίσιο της ίδρυσής τους βρίσκονται στο επίκεντρο της σημερινής συνεδρίασης της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος. Η Νέα Δημοκρατία έχει καταθέσει σχετική δέσμη προτάσεων, ζητώντας την τροποποίηση του άρθρου 29, ώστε να θεσπιστεί ειδικός νόμος που θα καθορίζει τις προϋποθέσεις για την εσωτερική δημοκρατική δομή των κομμάτων. Κομβικό ρόλο σε αυτόν τον σχεδιασμό αναλαμβάνει το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ), το οποίο προτείνεται να ελέγχει σε μόνιμη βάση εάν τα κόμματα πληρούν τα συνταγματικά κριτήρια για να συμμετάσχουν στην εκλογική διαδικασία.
Όπως τόνισε σε παλαιότερη συνεδρίαση ο γενικός εισηγητής της πλειοψηφίας, Ευριπίδης Στυλιανίδης: «η συνεχής και όχι μόνο η κατ’αρχήν παρακολούθηση της λειτουργίας των δημοκρατικών αρχών και κανόνων μέσα στα κόμματα από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, κατά το άρθρο 100, θα επιτρέψει, ως Δημοκρατική Πολιτεία, να παρακολουθούμε καλύτερα και να αντιμετωπίζουμε πληρέστερα αντιδημοκρατικές αποκλίσεις σαν αυτές που ζήσαμε με το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής, κρίνοντας διαρκώς τη συνδρομή των προϋποθέσεων συμμετοχής ενός κόμματος στις εκλογές».
Εξηγώντας τη στόχευση της συγκεκριμένης παρέμβασης, ο ίδιος σημείωσε πως «τα ελληνικά κόμματα διέπονται από την αρχή της κομματικής αυτοτέλειας. Απουσιάζει ένας Νόμος των Κομμάτων, όπως στο Γερμανικό μοντέλο, που θα εξειδικεύει και θα προσδιορίζει τη δημοκρατική δομή και λειτουργία τους, καθώς και θα κατοχυρώνει την εσωκομματική δημοκρατία. Αυτή κατά την άποψή μου είναι η θεσμική αιτία για τη δημιουργία αρχηγικών κομμάτων. Αυτά συνδυαζόμενα με τη διαφθορά, την αναξιοπιστία, το ρουσφέτι των παραδοσιακών φορέων εξουσίας, οδήγησαν τους πολίτες και κυρίως τους νέους στην αποστασιοποίηση από την πολιτική».
Αναβάθμιση του κοινοβουλευτικού έργου και προληπτικός έλεγχος
Η ατζέντα περιλαμβάνει επίσης την τροποποίηση του άρθρου 60, με στόχο τη θεσμική θωράκιση των καθηκόντων των βουλευτών και την ενίσχυση της νομοθετικής και ελεγκτικής τους δικαιοδοσίας. Για τη διάταξη αυτή, ο κ. Στυλιανίδης έχει αναφέρει χαρακτηριστικά: «Καθίσταται συνταγματική υποχρέωση των Υπουργών να απαντούν τεκμηριωμένα στον κοινοβουλευτικό έλεγχο των Βουλευτών καθώς επίσης καθίσταται υποχρεωτική η συστηματική επικοινωνία του Βουλευτή με την εκλογική του περιφέρεια και η διαφανής δημόσια μεταφορά των δίκαιων συλλογικών ή ατομικών ζητημάτων προς την εκτελεστική εξουσία δια του κοινοβουλίου».
Αναφορικά με τη νομοπαραγωγική διαδικασία, επιδιώκεται η συνταγματική κατοχύρωση των αρχών καλής νομοθέτησης μέσω του άρθρου 73, κάνοντας υποχρεωτική την επαρκή διαβούλευση, την κωδικοποίηση, αλλά και την αξιολόγηση της εφαρμογής των νόμων.
Τέλος, καθιερώνεται ένας νέος μηχανισμός στο άρθρο 77, ο οποίος θα δίνει τη δυνατότητα παραπομπής ψηφισμένων νομοσχεδίων απευθείας στο ΑΕΔ για ζητήματα αντισυνταγματικότητας, προτού αυτά λάβουν ΦΕΚ. Το δικαίωμα αυτό προτείνεται να ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (με όριο ένα νομοσχέδιο ανά κοινοβουλευτική σύνοδο), τον Πρωθυπουργό, ή τη Βουλή εφόσον κατατεθεί σχετικό αίτημα από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Η εκκρεμότητα της απόφασης του ΑΕΔ θα «παγώνει» τη δημοσίευση του νόμου, ενώ ειδικά για τα νομοσχέδια που αφορούν τον εκλογικό νόμο (άρθρα 51 και 54), η παραπομπή τους στο Δικαστήριο θα είναι αυτοδίκαιη και υποχρεωτική.