Προβληματισμό και πολλά ερωτήματα στην πολιτική σκηνή έχει προκαλέσει η παρουσία του Αμερικανού πολιτικού συμβούλου και λομπίστα Πολ Μάναφορτ στο Μέγαρο Μαξίμου, στο πλαίσιο του επίσημου δείπνου που παρέθεσε στις 2 Ιουλίου ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης προς τιμήν της πρέσβειρας των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, με αφορμή τη συμπλήρωση 250 ετών από την ίδρυση των ΗΠΑ.
Η εμφάνιση ενός από τα πιο γνωστά αλλά και αμφιλεγόμενα πρόσωπα της αμερικανικής πολιτικής επικοινωνίας, με βαρύ μάλιστα ποινικό μητρώο, σε μια εκδήλωση περιορισμένου κύκλου και υψηλού συμβολισμού άνοιξε έναν νέο κύκλο ερωτημάτων για τη φύση της παρουσίας του και τις επαφές που είχε με την ελληνική κυβέρνηση, εν μέσω πληροφοριών περί σταθερής «εγκατάστασής» του στο πρωθυπουργικό μέγαρο.
Η παρουσία του Μάναφορτ αποτυπώθηκε σε φωτογραφικό υλικό από την εκδήλωση, γεγονός που πυροδότησε πολιτικές αντιδράσεις, με την κυβέρνηση να καλείται να διευκρινίσει για ποιον λόγο ο Αμερικανός σύμβουλος βρέθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου και αν υπάρχει οποιαδήποτε μορφή συνεργασίας μαζί του, είτε σε επίπεδο πολιτικής στρατηγικής είτε σε επίπεδο συμβουλευτικών υπηρεσιών κατά τρόπο ανάλογο με τη συνεργασία του Σταν Γκρίνμπεργκ με την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Eπαγγελματίας!
Αν και το μόνο επιβεβαιωμένο μέχρι στιγμής γεγονός είναι η παρουσία του στο επίσημο δείπνο και η σιωπή της κυβέρνησης όσον αφορά το θέμα της θεσμικής συνεργασίας, το ότι ένας άνθρωπος με τη συγκεκριμένη πολιτική διαδρομή βρέθηκε σε μια τόσο κλειστή κυβερνητική εκδήλωση εγείρει εύλογα ερωτήματα.
Ο Μάναφορτ συγκαταλέγεται επί δεκαετίες στους πλέον αναγνωρίσιμους επαγγελματίες της πολιτικής επικοινωνίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχοντας διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε προεδρικές εκστρατείες και σε διεθνείς πολιτικές καμπάνιες. Ο Πολ Μάναφορτ έχει διαγράψει πολυετή πορεία ως πολιτικός σύμβουλος, λομπίστας και πρώην δικηγόρος. Συνεργάστηκε με κορυφαίες προσωπικότητες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, μεταξύ των οποίων οι Ρόναλντ Ρέιγκαν, Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος και Μπομπ Ντόουλ, ενώ το 2016 ανέλαβε αρχικά υψηλόβαθμο ρόλο και στη συνέχεια τη διεύθυνση της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ.
Η αποχώρησή του από την εκστρατεία ήρθε λίγους μήνες αργότερα, καθώς άρχισαν να δημοσιοποιούνται στοιχεία σχετικά με τις οικονομικές και πολιτικές δραστηριότητές του στην Ουκρανία. Η επαγγελματική του πορεία δεν περιορίστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντιθέτως, απέκτησε διεθνή φήμη αναλαμβάνοντας συμβουλευτικό ή επικοινωνιακό έργο για ηγέτες και κυβερνήσεις που προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στη διεθνή κοινότητα. Ανάμεσα στους πελάτες του περιλαμβάνονται ο πρώην πρόεδρος των Φιλιππίνων Φερδινάνδος Μάρκος, ο Μομπούτου Σέσε Σέκο στο τότε Ζαΐρ, καθώς και ο ηγέτης της οργάνωσης UNITA στην Ανγκόλα Ζόνας Σαβίμπι. Ιδιαίτερα γνωστή υπήρξε η δραστηριότητά του στην Ουκρανία.
Εκεί εργάστηκε επί σειρά ετών για τον φιλορώσο πολιτικό Βίκτορ Γιανουκόβιτς και το Κόμμα των Περιφερειών, συμβάλλοντας στην προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της δημόσιας εικόνας του μετά την ήττα του στην Πορτοκαλί Επανάσταση του 2004. Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η στρατηγική που ακολούθησε συνέβαλε στην επιστροφή του Γιανουκόβιτς στην εξουσία και στην εκλογή του στην προεδρία της Ουκρανίας το 2010.
Αντίθετα, δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι ο Μάναφορτ συνεργάστηκε ποτέ με τον σημερινό πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Οι τεκμηριωμένες συνεργασίες του στη χώρα αφορούν αποκλειστικά τον Γιανουκόβιτς, το πολιτικό του κόμμα και κύκλους που συνδέονταν με τη συγκεκριμένη πολιτική παράταξη. Το όνομά του, ωστόσο, έγινε παγκοσμίως γνωστό κυρίως λόγω των δικαστικών περιπετειών του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 2018 καταδικάστηκε για σειρά οικονομικών αδικημάτων, μεταξύ των οποίων φορολογική και τραπεζική απάτη, καθώς και για απόκρυψη τραπεζικών λογαριασμών στο εξωτερικό. Σε ξεχωριστή δικαστική διαδικασία παραδέχθηκε την ενοχή του για συνωμοσία σε βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών και για παρακώλυση της απονομής δικαιοσύνης μέσω προσπάθειας επηρεασμού μαρτύρων.
Αποφυλάκιση
Οι συνολικές ποινές που του επιβλήθηκαν ξεπερνούσαν τα επτά χρόνια κάθειρξης, αν και μέρος τους εκτιόταν ταυτόχρονα. Ο Μάναφορτ παρέμεινε στη φυλακή περίπου δύο χρόνια, προτού μεταφερθεί το 2020 σε κατ’ οίκον περιορισμό λόγω της πανδημίας του κορονοϊού και ζητημάτων υγείας. Λίγους μήνες αργότερα, στις 23 Δεκεμβρίου 2020, έλαβε πλήρη προεδρική χάρη από τον Ντόναλντ Τραμπ. Μετά την αποφυλάκισή του επέστρεψε στη διεθνή πολιτική συμβουλευτική, συμμετέχοντας σε εκστρατείες κομμάτων και πολιτικών που επιδιώκουν να αξιοποιήσουν στοιχεία της στρατηγικής και της επικοινωνιακής φιλοσοφίας του κινήματος MAGA.
Το 2025 συμμετείχε στην προεκλογική εκστρατεία του πρώην πρωθυπουργού της Αλβανίας Σαλί Μπερίσα και του Δημοκρατικού Κόμματος απέναντι στον Εντι Ράμα, μαζί με πρώην στελέχη της ομάδας του Τραμπ, υιοθετώντας έντονα πολωτική πολιτική ρητορική και επικοινωνιακές πρακτικές που παραπέμπουν στις αμερικανικές εκλογικές καμπάνιες. Η μακρόχρονη σχέση του με τον Ντόναλντ Τραμπ και η γνώση των μηχανισμών εξουσίας στην Ουάσινγκτον εξακολουθούν να του προσδίδουν πολιτική βαρύτητα σε διεθνές επίπεδο.
Το επίμαχο δείπνο και οι -πιθανές- συνεργασίες
Η παρουσία του σε μια εκδήλωση στο Μέγαρο Μαξίμου όπως αυτή στις 2 Ιουλίου με τόσο έντονο διπλωματικό και πολιτικό χαρακτήρα δημιουργεί πίεση και υποχρέωση προς την κυβέρνηση να δώσει σαφείς απαντήσεις για το εάν συμμετέχει και με ποιο τρόπο στον πολιτικό σχεδιασμό της αντί να σιωπά. Ερωτήματα διατυπώνονται, δηλαδή, για το αν ο Μάναφορτ ήταν απλώς ένας προσκεκλημένος στο δείπνο προς τιμήν της Αμερικανίδας πρέσβειρας ή αν είχε παράλληλα επαφές με τον πρωθυπουργό και κυβερνητικά στελέχη για ζητήματα στρατηγικής, επικοινωνίας ή ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Εξίσου ζητούμενο είναι να αποσαφηνιστεί εάν πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις πέρα από το επίσημο δείπνο, αν υπήρξε οποιαδήποτε πρόταση συνεργασίας προς την κυβέρνηση ή τη Νέα Δημοκρατία και αν ο Αμερικανός σύμβουλος διατηρεί κάποια μορφή σχέσης και με ποια πρόσωπα του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος.