Η εκτενέστατη ανάλυση του Τούρκου αναλυτή Γκιουρσέλ Τοκμάκογλου, η οποία δημοσιεύτηκε στην Independent Turkish, αποτυπώνει με απόλυτη ωμότητα το μέγεθος, το βάθος και την κλιμάκωση της αναθεωρητικής στρατηγικής που εφαρμόζει η Αγκυρα στην ανατολική Μεσόγειο, με την Ελλάδα και την Κύπρο να βρίσκονται στο επίκεντρο αυτών των επικίνδυνων σχεδίων.
Μέσα από ένα πλέγμα μονομερών διεκδικήσεων, ο Τοκμάκογλου έρχεται να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία και ο Ταγίπ Ερντογάν επιχειρούν συστηματικά να αποδομήσουν το υφιστάμενο καθεστώς ασφαλείας, πλήττοντας άμεσα και καίρια τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οσο η Αθήνα και η κυβέρνηση Μητσοτάκη σφυρίζουν αδιάφορα, η Αγκυρα δεν αντιμετωπίζει τα ανοιχτά γεωπολιτικά ζητήματα αποσπασματικά ή ως μεμονωμένες περιφερειακές διαφορές. Αντίθετα, εφαρμόζεται μια επιθετική «ολιστική γεωπολιτική» προσέγγιση, η οποία εκτείνεται ψηλά και δυτικά από τις ακτές της Ιταλίας και της Λιβύης και φτάνει ανατολικά μέχρι το Λεβάντε. Η στρατηγική αυτή έχει ως σαφή και πρωταρχικό στόχο την πλήρη ανατροπή των ελληνικών και κυπριακών κυριαρχικών δικαιωμάτων, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την ασφάλεια και τη γεωγραφική συνέχεια του ελληνισμού στην περιοχή.
Η πρώτη, πιο άμεση και εξαιρετικά αιχμηρή απειλή για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα εντοπίζεται στη δεδηλωμένη πρόθεση της Τουρκίας να ακυρώσει πλήρως την επήρεια των ελληνικών νησιών σε θαλάσσιες ζώνες, υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ). Ο Τούρκος αναλυτής συνδέει ευθέως το Αιγαίο Πέλαγος με τη λεκάνη της Μεσογείου, επιχειρώντας να ενοποιήσει τις διεκδικήσεις της Αγκυρας και να εγκλωβίσει την ελληνική αμυντική στρατηγική. «Αν το ζήτημα εξεταστεί από την οπτική γωνία των χωρών και των προβλημάτων, είναι δυνατόν να θεωρηθούν το Αιγαίο και η Μεσόγειος ως ξεχωριστά αρχεία. Ωστόσο, αυτά τα δύο προβληματικά αρχεία είναι αλληλένδετα» τονίζει με νόημα ο Τούρκος αναλυτής. Μέσω αυτής της τεχνητής διασύνδεσης, η Αγκυρα επιχειρεί να νομιμοποιήσει το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», παρουσιάζοντας το διεθνώς κατοχυρωμένο δικαίωμα της Ελλάδας για οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών της βάσει του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας (UNCLOS) ως παράνομη ενέργεια, ενώ ο Τοκμάκογλου στρέφεται ανοιχτά κατά της Αθήνας, ισχυριζόμενος με προκλητικό τρόπο ότι «το πραγματικό ζήτημα είναι οι αβάσιμες διεκδικήσεις της Ελλάδας».
Η στόχευση της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής γίνεται ακόμα πιο επιθετική και συγκεκριμένη καθώς επικεντρώνεται ονομαστικά στο σύμπλεγμα του Καστελόριζου, το οποίο αποτελεί το γεωστρατηγικό «κλειδί» για τη σύνδεση της ελληνικής με την κυπριακή ΑΟΖ. Το κείμενο του Τούρκου αναλυτή αποκαλύπτει την πλήρη άρνηση της Αγκυρας να αναγνωρίσει δικαιώματα ζωνών στα νησιά, αναφέροντας επί λέξει: «Ακόμα και τα χωρικά ύδατα του νησιού Μεγίστη, που βρίσκεται μόλις ένα ναυτικό μίλι από το Κας της Αττάλειας, περιγράφονται εδώ με υπερβολικό τρόπο. Παρεμπιπτόντως, η απόσταση μεταξύ του νησιού Μεγίστης και της Ρόδου, του πλησιέστερου ελληνικού νησιού, είναι 72 ναυτικά μίλια», παρουσιάζοντας το Καστελόριζο ως μια αποκομμένη «γεωγραφική παραφωνία», που δεν μπορεί να στερήσει από την ηπειρωτική Τουρκία χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα θαλάσσιας δικαιοδοσίας.
Παράλληλα, ως ο κεντρικός νομικός και επιχειρησιακός πυλώνας αυτής της επεκτατικής στρατηγικής προβάλλεται το παράνομο και διεθνώς καταδικασμένο μνημόνιο που υπέγραψε η Αγκυρα με την κυβέρνηση της Τρίπολης. Οπως τονίζεται στην ανάλυση, «η συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης του 2019 αποτελεί ένα κρίσιμο βήμα στην Αν. Μεσόγειο», χρησιμοποιώντας το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο ως «τείχος» ανάμεσα στην Ελλάδα και την Κύπρο, εγείροντας ευθαρσώς αξιώσεις πάνω στην ελληνική υφαλοκρηπίδα νότια της Κρήτης. Σε άλλο σημείο της ανάλυσής του, ο Τοκμάκογλου ξεκαθαρίζει ότι η Αγκυρα δεν προτίθεται να υποχωρήσει, αλλά αντίθετα σχεδιάζει να επεκτείνει αυτή την τακτική, επισημαίνοντας: «Για την Τουρκία, τόσο η Λεβάντε όσο και τα ύδατα ανοιχτά της Λιβύης βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη». Μάλιστα, προαναγγέλλει τις επόμενες μονομερείς κινήσεις της χώρας του με στόχο τον πλήρη αποκλεισμό της Αθήνας, τονίζοντας ότι «η Τουρκία πρέπει να συνάψει συμφωνίες ΑΟΖ με την Αίγυπτο, τον Λίβανο και άλλες χώρες, και αυτές πρέπει να καταχωρηθούν από τον ΟΗΕ», σε μια απροκάλυπτη επιχείρηση επιβολής τετελεσμένων που θα εμποδίσουν την Αθήνα και τις δυτικές ενεργειακές εταιρίες από οποιαδήποτε δραστηριότητα στην περιοχή.
Το δεύτερο και εξαιρετικά σοβαρό πλήγμα κατά των εθνικών συμφερόντων του Ελληνισμού αφορά την Κυπριακή Δημοκρατία. Στην ολιστική στρατηγική της Τουρκίας, η Κύπρος αντιμετωπίζεται ως το «τελικό στάδιο» ενός ευρύτερου γεωπολιτικού σχεδίου, το οποίο η Αγκυρα επιδιώκει πάση θυσία να ελέγξει ή να εκμηδενίσει. Η τουρκική ανάλυση προχωρά σε μια ευθεία και προκλητική αμφισβήτηση της ίδιας της κρατικής υπόστασης της Κύπρου, αρνούμενη να την αναγνωρίσει ως ενιαίο κράτος-μέλος του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η Κύπρος περιγράφεται προσβλητικά ως «ένα νησί δύο μερών, θα έπρεπε να είναι η ΤΔΒΚ και η ΕΚ διοίκηση, αλλά εμφανίζεται ως αμφισβητούμενη», σε ακόμα μία προσπάθεια υποβάθμισης της νόμιμης κυβέρνησης της Μεγαλονήσου σε μια απλή κοινότητα, εξισώνοντάς την με το παράνομο κατοχικό καθεστώς του ψευδοκράτους. Ο αναλυτής ξεκαθαρίζει χωρίς περιστροφές τις προθέσεις της Αγκυρας, υπογραμμίζοντας ότι «το βασικό ζήτημα για την Τουρκία είναι η αναγνώριση της ΤΔΒΚ, η λύση των δύο κρατών και η προστασία των δικαιωμάτων της».
Επιπλέον, η Τουρκία εκφράζει την έντονη οργή και την ενόχλησή της για τη συνεχή αναβάθμιση της αποτρεπτικής ισχύος και των διεθνών συμμαχιών της Λευκωσίας. Ο αναλυτής στοχοποιεί ανοιχτά τη στρατιωτική συνεργασία της Κύπρου με μεγάλες δυτικές δυνάμεις, σημειώνοντας επικριτικά: «Το Ηνωμένο Βασίλειο, ως εγγυήτρια χώρα, διατηρεί στρατιωτικές βάσεις στην ελληνοκυπριακή διοίκηση από την αρχή. Επιπλέον, έχουν υπογραφεί στρατιωτικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ και τη Γαλλία. Αυτές οι χώρες, ιδίως οι ΗΠΑ, έχουν αναπτύξει στρατεύματα στο νησί, διεξάγουν στρατιωτικές ασκήσεις, εκπαιδεύουν στρατιωτικούς και έχουν προγράμματα προμήθειας όπλων».
Για την Αγκυρα, η αμυντική θωράκιση της Κύπρου, καθώς και το κυρίαρχο δικαίωμά της να προχωρά σε ενεργειακές έρευνες εντός της ζώνης της -όπου «σημαντική πρόοδος έχει σημειωθεί στις δραστηριότητες εξόρυξης φυσικού αερίου, ιδίως στα θαλασσοτεμάχια 11 και 12»- αποτελούν απαράδεκτες ενέργειες. Η Τουρκία αξιώνει να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, καταγγέλλοντας ότι «όλα αυτά γίνονται χωρίς διαβούλευση με την ΤΔΒΚ» και ότι «οι ΤΚ αγνοούνται».
Χρήση ισχύος
Η ανάλυση όμως του Τοκμάκογλου δεν περιορίζεται μόνο στην καταγραφή των δικών της διεκδικήσεων, αλλά επιχειρεί να αποδομήσει πλήρως τα διπλωματικά ερείσματα της Αθήνας και να παρουσιάσει την Ελλάδα ως έναν ταραχοποιό παράγοντα στην περιοχή. Ο Τούρκος αναλυτής, με εμπρηστικό ύφος, επιτίθεται στην ελληνική εξωτερική πολιτική, κατηγορώντας την Αθήνα ότι χρησιμοποιεί παρόμοιες μεθόδους με το Ισραήλ και ότι εργαλειοποιεί την ευρωπαϊκή της ιδιότητα για να αποφύγει τις τουρκικές πιέσεις. «Η Ελλάδα ασκεί την εξωτερική της πολιτική με πολλούς τρόπους παρόμοιους με το Ισραήλ. Βασίζεται στην Ε.Ε.» αναφέρει επί λέξη, για να συμπληρώσει, με εξίσου προκλητικό ύφος, ότι η ελληνική πλευρά «καθυστερεί σκόπιμα την επίλυση των ζητημάτων, αφήνοντάς τα άλυτα». Η Αγκυρα ενοχλείται διότι η Ελλάδα αρνείται να συζητήσει υπό την απειλή πολέμου (casus belli) και να υποκύψει σε μια «συναλλακτική» διπλωματία, που θα οδηγούσε σε απώλεια κυριαρχίας.
Η στοχοποίηση της εθνικής στρατηγικής της χώρας μας κλιμακώνεται περαιτέρω όταν ο αναλυτής προσπαθεί να αναβιώσει παρωχημένα ιστορικά στερεότυπα, ισχυριζόμενος ότι η Ελλάδα «έχει θέσει στον εαυτό της ένα μεγάλο ιδανικό (Μεγάλη Ιδέα)» και ότι «παρουσιάζει συνεχώς την Τουρκία ως απειλή». Επιπλέον, εκφράζει την έντονη ανησυχία της Αγκυρας για την ισχύ του ελληνικού και του κυπριακού λόμπι στις Ηνωμένες Πολιτείες, που κατάφεραν να θέσουν περιορισμούς στους τουρκικούς εξοπλισμούς. «Το ελληνικό λόμπι στις ΗΠΑ, όπως και το εβραϊκό λόμπι, θεωρεί την καταπολέμηση της Τουρκίας ως μία από τις κορυφαίες προτεραιότητές της» τονίζει, επιβεβαιώνοντας τη δυσανεξία του «σουλτάνου».
Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις περιφερειακές συμμαχίες της Ελλάδας, με κυριότερη τη συνεργασία στο πλαίσιο του σχήματος «3+1» (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ με την υποστήριξη των ΗΠΑ) και τον σχεδιασμό του αγωγού EastMed, που αποσκοπούσε στη μεταφορά ισραηλινού φυσικού αερίου στην Ευρώπη μέσω Κύπρου και Κρήτης. Η Τουρκία θεωρεί ότι αυτές οι πρωτοβουλίες έχουν ως μοναδικό σκοπό τον αποκλεισμό της. Για να ανατρέψει αυτές τις συμμαχίες, η Αγκυρα αντιπαραβάλλει, σύμφωνα με τον Τοκμάκογλου, τη δική της στρατιωτική και οικονομική ισχύ, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν πρόκειται να δεχτεί κανένα έργο που δεν θα περνά μέσα από το δικό της έδαφος ή τις δικές της αυθαίρετα διεκδικούμενες ζώνες. «Η Τουρκία, με τη στρατιωτική, πολιτική και οικονομική της ισχύ, κατέχει μια θέση ισχύος» επισημαίνει, προσθέτοντας ότι για την επικράτηση των τουρκικών συμφερόντων είναι απαραίτητες «η επίδειξη θέλησης, η διεξαγωγή προκλητικής διπλωματίας και η δημιουργία μιας πολύπλευρης ισορροπίας», προδίδοντας ότι η Τουρκία αντιλαμβάνεται τη διπλωματία όχι ως μέσο εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου, αλλά ως ένα εργαλείο επιβολής ισχύος, όπου ο ισχυρότερος στρατιωτικά επιβάλλει τη θέλησή του στον ασθενέστερο.
Επείγουσα προειδοποίηση για Αθήνα και Λευκωσία
Αναμφίβολα η συγκεκριμένη ανάλυση αποτελεί μια ξεκάθαρη, ωμή και εξαιρετικά επείγουσα προειδοποίηση για την Ελλάδα και την Κύπρο και τις κυβερνήσεις των δύο χωρών. Η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη τις διεθνείς γεωπολιτικές αναταράξεις -όπως τις αλλαγές ισορροπιών στη Συρία και τις περιφερειακές συγκρούσεις- επιδιώκει να επιβάλει μια ριζική «μετατόπιση της κατάστασης» στην ανατολική Μεσόγειο, χρησιμοποιώντας καταναγκαστικές μεθόδους, την απειλή χρήσης βίας ή «συναλλακτικές» win-win προσεγγίσεις που εξυπηρετούν αποκλειστικά την ίδια.
Οπως επισημαίνει με ξεκάθαρο τρόπο ο Τοκμάκογλου στο κλείσιμο του άρθρου του, οι προσπάθειες για τη δημιουργία αυτής της «αλλαγής της κατάστασης» εντείνονται συνεχώς. Είτε αμφισβητώντας ευθέως τα κυριαρχικά δικαιώματα του Καστελόριζου είτε απαιτώντας την οριστική λύση δύο κρατών στην Κύπρο και την ακύρωση της κρατικής της υπόστασης ή επεκτείνοντας την ακτίνα δράσης του παράνομου τουρκο-λιβυκού μνημονίου, η στρατηγική της Αγκυρας παραμένει σταθερή και άκρως επιθετική. Η δράση των Τούρκων στρέφεται ξεκάθαρα και μονοσήμαντα κατά της ελληνικής κυριαρχίας, με τελικό αντικειμενικό σκοπό να ακυρώσει την παρουσία της Ελλάδας στην ανατολική Μεσόγειο και να μετατρέψει ολόκληρη την περιοχή σε μια κλειστή, ελεγχόμενη τουρκική λίμνη και σε αυτή τη στρατηγική η κυβέρνηση Μητσοτάκη κρίνεται, δυστυχώς, πλήρως αναντίστοιχη της κρισιμότητας των στιγμών και των περιστάσεων κι αυτό μας αφορά όλους.
Παρακάλια Αδωνη σε Μπιλιράκη για τους F-35
Τα εν πολλοίς αδιάφορα εγκαίνια του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών στο Γενικό Νοσοκομείο Καλύμνου απέκτησαν ξεχωριστή εθνική σημασία το Σάββατο, λόγω της παρουσίας του Ελληνοαμερικανού βουλευτή Γκας (Κωνσταντίνου) Μπιλιράκη, που κατάγεται από το όμορφο νησί και ο οποίος αγωνίζεται θερμά για την αποτροπή πώλησης αεροσκαφών F-35 στην Τουρκία. Παρά το φτηνό σόου που προσπάθησε να στήσει ο μετρ του είδους Αδωνις Γεωργιάδης, παρακαλώντας επί της ουσίας να μεσολαβήσει στον Τραμπ να αρνηθεί τα F-35 στην Αγκυρα, ο κ. Μπιλιράκης ήταν σαφής.
Οταν του ζητήθηκε να δώσει μια συνοπτική εικόνα γύρω από την προμήθεια η οποία ενδιαφέρει σφόδρα τον Ερντογάν, ο ισχυρός παράγων της αμερικανικής ομογένειας απάντησε χαρακτηριστικά: «Είμαι σε επαφή με τον υπουργό Αμυνας τακτικά. Δεν θέλει F-35 στην Τουρκία. Εχω έρθει σε επαφή και με τον Μάρκο Ρούμπιο, που είναι ο υπουργός Εξωτερικών, είναι φίλος μου. Δεν θέλει F-35 στην Τουρκία. Φαίνεται ότι θα το αποτρέψουμε. Αλλά δεν μπορώ να χαλαρώσω. Δεν μπορούμε να χαλαρώσουμε. Πρέπει να συνεχίσουμε την πίεση. Σας ευχαριστώ». Σε δηλώσεις του μετά τη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα, ο ρεπουμπλικάνος βουλευτής είχε υπογραμμίσει ότι η Τουρκία κατέχει τους ρωσικούς πυραύλους S-400, οπότε δεν μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε αμερικανικά όπλα.
Στην εκδήλωση, εκτός από τον υπουργό Υγείας, έδωσαν το «παρών» ο υπουργός Ναυτιλίας, Βασίλης Κικίλιας, καθώς και αντιπροσωπία οκτώ ακόμα βουλευτών που προέρχονταν από διάφορες πολιτείες των ΗΠΑ. Στη συνέχεια, ο Ελληνοαμερικανός βουλευτής δήλωσε: «Θέλω να ευχαριστήσω τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, τον Αδωνι Γεωργιάδη και τον Βασίλη Κικίλια για όσα κάνουν για την πατρίδα μου, το νησί μου, την Κάλυμνο. Η οικογένειά μου έφυγε από την Κάλυμνο το 1905, την εποχή των σφουγγαράδων. Οι προπαππούδες μου μετανάστευσαν τότε, αλλά ποτέ δεν ξεχάσαμε την πατρίδα μας. Και δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ. Η Κάλυμνος είναι πάντα στην καρδιά μου. Είναι μεγάλη μου τιμή που βρίσκομαι σήμερα εδώ μαζί με τους φίλους μου από τις Ηνωμένες Πολιτείες».
Κοροϊδία Γεραπετρίτη για τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ
Σε ένα ρεσιτάλ προκλητικής εθελοτυφλίας και επικοινωνιακού θριάμβου o Γιώργος Γεραπετρίτης δεν δίστασε να αντιστρέψει τη ζοφερή πραγματικότητα, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην πρόσφατη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, εκεί όπου κυριάρχησε το ωμό αλισβερίσι μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας, το οποίο η ελληνική πλευρά παρακολούθησε σε ρόλο κομπάρσου. Ο υπουργός Εξωτερικών, φορώντας το αγαπημένο το κοστούμι της κυβερνητικής αυταπάτης σε συνέντευξη που παραχώρησε στην ΕΡΤ, έκανε ότι δεν καταλαβαίνει τι έχει συμβεί, τονίζοντας ότι «η Ελλάδα αποτελεί έναν ισχυρότατο πυλώνα στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ενωση και θα παραμείνει έτσι, με πειθώ και αξιοπιστία».
Κλείνοντας επιδεικτικά τα μάτια μπροστά στις δυσμενείς εξελίξεις και τις αμερικανικές υποχωρήσεις έναντι της Αγκυρας, ο υπουργός επέμεινε δογματικά: «Η Ελλάδα βρίσκεται στον πυρήνα πολλαπλών εξοπλιστικών προγραμμάτων, είναι μέσα στα F-35 και την αναβάθμιση των F-16. Δεν υπάρχει καμία αμερικανική δέσμευση προς την Τουρκία για τα F-35». Η καταστροφική για τα εθνικά μας συμφέροντα εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν σταματά πουθενά κι αυτό το αποτύπωσε με ευδιάκριτο τρόπο ο αρμόδιος «φιλέλληνας» υπουργός Εξωτερικών. Ο κ. Γεραπετρίτης χαρακτήρισε το τουρκικό casus belli ένα «τεράστιο βαρίδι», προσθέτοντας όμως με αδιανόητη αφέλεια: «Η αίσθησή μου είναι ότι θα μπορούσε να υπάρξει άρση. Θα ήταν χρήσιμο, αλλά νομίζω ότι είναι οφειλόμενο».
Βέβαια, αυτό δεν επηρεάζει ούτε κατ’ ελάχιστο τη συνέχιση του επικίνδυνου δόγματος των «ήρεμων νερών» εξαιτίας του οποίου βιώνουμε απανωτές εθνικές ήττες. «Το να μη συζητάμε καθόλου με την Τουρκία είναι πραγματικά μια πολιτική καταστροφής» εκτίμησε ο επιστίθιος φίλος του Φιντάν, φτάνοντας στο σημείο να αναφέρει ότι «από την τελευταία τριετία η Ελλάδα έχει βγει απολύτως ωφελημένη». Στο ίδιο μήκος κύματος και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος, αντί για μια επιβαλλόμενη αυτοκριτική, επιστράτευσε ξανά τη λάσπη και τον αυταρχισμό. Στρέφοντας τα βέλη του κατά των ΜΜΕ και όσων ασκούν κριτική, έκανε λόγο για «φιδέμπορους των εθνικών θεμάτων» και για μια «θλιβερή μειοψηφία πρωτοσέλιδων», αναμασώντας μια εικονική πραγματικότητα που δεν μπορεί να κρύψει την αλήθεια.
