Η σταδιακή γήρανση του πληθυσμού, η κάθετη πτώση των γεννήσεων και η συνεχιζόμενη συρρίκνωση του ενεργού εργατικού δυναμικού συνθέτουν μια εξαιρετικά ανησυχητική πραγματικότητα, η οποία απειλεί την κοινωνική, οικονομική και εδαφική συνοχή της πατρίδας μας τις επόμενες δεκαετίες. Το δημογραφικό ζήτημα δεν αποτελεί πλέον μια μακρινή απειλή του μέλλοντος, αλλά μια εξελισσόμενη εθνική κρίση που απαιτεί άμεση συνειδητοποίηση και ριζικές τομές.
Το φλέγον αυτό ζήτημα μελετά διεξοδικά ο καθηγητής Δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) Βύρωνας Κοτζαμάνης. Με τις αναλύσεις του, ο κ. Κοτζαμάνης κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, παραθέτοντας προβλέψεις που σοκάρουν: αν δεν υπάρξει άμεση αναστροφή των υφιστάμενων τάσεων, ο πληθυσμός της Ελλάδας έως το 2060 κινδυνεύει να συρρικνωθεί σε επίπεδα που παραπέμπουν στις δεκαετίες του 1950 και του 1960.
Μιλώντας στην «Ελευθερία» της Λάρισας, ο καθηγητής εξηγεί τους λόγους για τους οποίους τα νέα ζευγάρια στην Ελλάδα διστάζουν ή αδυνατούν να προχωρήσουν στη δημιουργία οικογένειας, αναλύοντας παράλληλα τις γεωγραφικές και περιφερειακές ανισότητες που δημιουργεί αυτή η πληθυσμιακή καθίζηση. Παράλληλα, ασκεί κριτική στις μέχρι τώρα κυβερνητικές πρωτοβουλίες, εξηγώντας γιατί η απλή παροχή οικονομικών επιδομάτων δεν αρκεί για την επίλυση ενός τόσο σύνθετου προβλήματος, ενώ προτείνει ένα ολιστικό μοντέλο στήριξης των νέων γενεών, βασισμένο σε επιτυχημένα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Κύριε Κοτζαμάνη, πόσο κρίσιμη είναι σήμερα η κατάσταση του Δημογραφικού στην Ελλάδα;
Η δημογραφική εικόνα της χώρας σήμερα, με βάση τις αναλύσεις του ΙΔΕΜ, χαρακτηρίζεται από την υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο τμήμα της επικράτειας, τη σημαντική αύξηση των θανάτων παράλληλα με την άνοδο του προσδόκιμου ζωής, και την ταχύτατη μείωση της γονιμότητας. Αναφέρομαι στον αριθμό των παιδιών που απέκτησαν οι γενεές που γεννήθηκαν μετά το 1960. Στην ταχύτατη συρρίκνωση των γεννήσεων μετά το 2008-09 συνέβαλε καθοριστικά και η μείωση του αριθμού των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία. Οι γυναίκες ηλικίας 25-44 ετών μειώθηκαν κατά 480 χιλιάδες ανάμεσα στο 2009 και το 2025. Η μείωση αυτή οφείλεται στο ότι φτάνουν πλέον σε ηλικία απόκτησης παιδιών όλο και λιγότερα άτομα, λόγω κυρίως της κατάρρευσης των γεννήσεων μετά το 1980 και, δευτερευόντως, εξαιτίας της εξωτερικής μετανάστευσης.
Υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία για τη Θεσσαλία;
Η Περιφέρεια Θεσσαλίας δεν βρίσκεται στην πλέον δυσμενή θέση συγκρινόμενη με τις λοιπές περιφέρειες. Επειδή προσέλκυσε μικρό αριθμό μεταναστών τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, είχε από τις μικρότερες αυξήσεις πληθυσμού την περίοδο 1991-2021. Την τελευταία δεκαετία, όπου σχεδόν όλες οι περιφέρειες της χώρας χάνουν πληθυσμό, η μείωση στη Θεσσαλία αγγίζει το -6%. Το ποσοστό αυτό είναι σαφώς υψηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο (-3,1%), κατατάσσοντάς τη στις τρεις περιφέρειες με τη μεγαλύτερη αρνητική μεταβολή, αν και απέχει από το -10,3% της Δυτικής Μακεδονίας.
Ποιο είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο που βλέπετε στις τελευταίες μετρήσεις; Πώς θα αλλάξει η ελληνική κοινωνία τα επόμενα 30-40 χρόνια;
Οι δημογραφικές εξελίξεις μάς προβληματίζουν έντονα, και ο προβληματισμός αυτός επεκτείνεται στο μέλλον. Από τις προβολές διεθνών οργανισμών και του ΙΔΕΜ προκύπτει ότι οι θάνατοι θα αυξηθούν ελαφρώς, ενώ οι γεννήσεις θα συνεχίσουν να υπολείπονται σημαντικά. Τα φυσικά ισοζύγια θα παραμείνουν αρνητικά, οδηγώντας σε περαιτέρω μείωση του πληθυσμού. Ετσι, ο πληθυσμός μας το 2060 θα επανέλθει είτε στα επίπεδα του 1963 (8,45 εκατομμύρια στο ευνοϊκό σενάριο) είτε στα επίπεδα του 1955 (7,95 εκατομμύρια στο δυσμενές). Ταυτόχρονα, ο αριθμός των ηλικιωμένων (65+) και των υπερήλικων (85+) θα αυξηθεί ραγδαία. Οι άνω των 65 ετών -η μόνη ηλικιακή ομάδα που θα καταγράψει αύξηση έως το 2060- θα αποτελούν το 30%-38% του συνολικού πληθυσμού, έναντι μόλις 6%-7% που αποτελούσαν έναν αιώνα πριν. Θα αυξηθεί επίσης δραματικά το ποσοστό των μοναχικών ηλικιωμένων ή εκείνων με πολύ περιορισμένο συγγενικό περιβάλλον, λόγω της ανόδου της ατεκνίας, της μείωσης των μελών της πυρηνικής οικογένειας, της αύξησης των διαζυγίων και του περιορισμού των γάμων στις νεότερες γενιές.
Ποια μέτρα θα έπρεπε να εφαρμοστούν άμεσα; Αρκούν τα οικονομικά επιδόματα ή χρειάζεται μια διαφορετική στρατηγική;
Για την αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας απαιτείται η δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος που θα καθιστά τη γονεϊκότητα συμβατή με τα σχέδια ζωής των νέων. Τα μέτρα πρέπει να στοχεύουν στη μείωση του υψηλού κόστους ανατροφής
των παιδιών σε σχέση με τα διαθέσιμα εισοδήματα, στην εναρμόνιση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, στην εξάλειψη των έμφυλων διακρίσεων, στην επίλυση του στεγαστικού προβλήματος των νέων, στη μείωση της ανεργίας και στην άρση της εργασιακής αβεβαιότητας που αποτρέπει τις μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις.
Οσον αφορά τη μετανάστευση, είναι αναγκαίο να ανακοπεί η φυγή των νέων στο εξωτερικό και να δημιουργηθούν συνθήκες για την επιστροφή όσων έφυγαν την τελευταία δεκαπενταετία. Για τον περιορισμό των περιφερειακών ανισοτήτων, πρέπει να δοθούν κίνητρα ώστε οι νέοι της επαρχίας να παραμείνουν στον τόπο τους. Οπως δείχνει η διεθνής εμπειρία, οι επιδοματικές πολιτικές έχουν εξαιρετικά περιορισμένα έως μηδενικά αποτελέσματα, εάν δεν συνδυάζονται με μόνιμες υποδομές στους προαναφερθέντες άξονες.
Υπάρχουν ευρωπαϊκές χώρες που μπορούν να αποτελέσουν παράδειγμα για την Ελλάδα;
Οπως σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο, έτσι και στην Ελλάδα το περιβάλλον για τη δημιουργία οικογένειας έχει αλλάξει ριζικά. Το παραδοσιακό μοντέλο υποχώρησε υπέρ του ιδιαίτερα εύθραυστου μοντέλου των δύο εργαζόμενων γονέων. Ορισμένες χώρες της βόρειας και δυτικής Ευρώπης έλαβαν έγκαιρα μέτρα, αναπτύσσοντας πολιτικές για την άρση των έμφυλων διακρίσεων, τη διευκόλυνση της εργαζόμενης μητέρας, τη μείωση του κόστους διαβίωσης των παιδιών και την πρόσβαση σε κοινωνική κατοικία. Αυτές οι πολιτικές, υποστηριζόμενες από ένα ισχυρό κράτος πρόνοιας, προστατεύουν τους γονείς από μελλοντικούς κινδύνους. Στη χώρα μας, οι κοινωνικές αυτές αλλαγές δεν συνοδεύτηκαν εγκαίρως από ανάλογες πολιτικές, ενώ η πρόσφατη πολυετής οικονομική κρίση δυσκόλεψε ακόμη περισσότερο την απόφαση για απόκτηση παιδιών. Στις ευρωπαϊκές χώρες όπου ο αριθμός των παιδιών που γεννήθηκαν μεταξύ 1945 και 1985 παρέμεινε κοντά στα επιθυμητά επίπεδα, αυτό επιτεύχθηκε επειδή δημιουργήθηκε ένα σταθερό, πολυεπίπεδο και ευνοϊκό περιβάλλον για την οικογένεια και το παιδί.