Στην αναζήτηση του δράστη ή των δραστών της στυγερής δολοφονίας του γνωστού ποινικολόγου Σταύρου Γεωργίου έχει προχωρήσει η Ελληνική Αστυνομία, με τα στελέχη του Εγκληματολογικού να αναλύουν ήδη γενετικό υλικό, αποτυπώματα και πληθώρα βιντεοληπτικού υλικού από κάμερες ασφαλείας στο κέντρο της Αθήνας.
Οι αστυνομικοί δεν έχουν εντοπίσει ακόμα το κινητό του τηλέφωνο.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της νεκροτομής, ο θάνατός του προήλθε από βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και τραύματα στον θώρακα από θλών και τέμνον όργανο, ως αποτέλεσμα καταιγισμού βίαιων χτυπημάτων στο κεφάλι, πιθανότατα με γροθιές, κλωτσιές ή προσκρούσεις σε σκληρή επιφάνεια.
Η πράξη αποκαλύφθηκε όταν οι δύο ανήλικες κόρες του, αναζητώντας τον καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, μετέβησαν αργά το βράδυ στο γραφείο του, το οποίο χρησιμοποιούσε και ως κατοικία και με τη συνδρομή του διαχειριστή εισήλθαν στο διαμέρισμα. Ο ποινικολόγος εντοπίστηκε νεκρός στο πάτωμα του υπνοδωματίου του, γυμνός μέσα σε λίμνη αίματος και σε εμβρυακή θέση, με τον χρόνο θανάτου να προσδιορίζεται στις πρωινές ώρες της προηγούμενης ημέρας (21/7).
Η απουσία ιχνών έρευνας ή αναστάτωσης στο χώρο απομακρύνει το ενδεχόμενο ληστείας.
Ο επίτιμος πρόεδρος αστυνομικών υπαλλήλων Νοτιοανατολικής Αττικής, Γιώργος Καλλιακμάνης, τοποθετήθηκε σχετικά με τις συνθήκες της δολοφονίας, επισημαίνοντας πως η απουσία ιχνών παραβίασης υποδηλώνει ότι ο δράστης ήταν πρόσωπο οικείο ή αναμενόμενο από το θύμα.
«Είχε κλείσει ραντεβού με τον δολοφόνο του στο γραφείο του. […] Εγώ αυτό το βλέπω ως ραντεβού θανάτου. Όχι προμελετημένο. Μάλλον λάθος έκφραση, το βλέπω ως ένα ραντεβού που κατέληξε σε αυτό. Γιατί αν είχαν κάποιοι προσχεδιάσει να αφαιρέσουν τη ζωή του Σταύρου Γεωργίου, γιατί είχε εμπλακεί σε πολλές ποινικές υποθέσεις, δε θεωρώ ότι θα το έκαναν με αυτόν τον τρόπο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, ο κ. Καλλιακμάνης απέκλεισε το ενδεχόμενο εκτέλεσης συμβολαίου θανάτου, εκτιμώντας ότι η κατάσταση εκτραχύνθηκε κατά τη διάρκεια της συνάντησης: «Θεωρώ, έτσι όπως βρέθηκε ο Σταύρος Γεωργίου, θεωρώ ότι κάποια εμπλοκή υπήρχε στην πορεία της επαφής… Αυτός που μπήκε δεν είχε σκοπό να τον σκοτώσει».
