Ο πόλεμος που άρχισε μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ δεν θα έχει «αιχμαλώτους». Στα εμπόλεμα μέρη γνωρίζουν ότι όποιος νικήσει σε αυτή τη λυσσαλέα μάχη θα γευτεί προνομιακά τη λεία και θα βυθίσει τον αντίπαλο σε αξεπέραστες περιπέτειες, στην άκρη των οποίων παραμονεύουν είτε η διάσπαση του ενός είτε η οριστική πολιτική αποστρατεία για τον άλλον.
- Γιώργος Χατζηδημητρίου
Η εικόνα που μεταδίδουν τα κομματικά επιτελεία επιβεβαιώνει ότι το έδαφος της τελικής αναμέτρησης έχει ήδη επιλεγεί και θα είναι η προσεχής ΔΕΘ, όπου θα κριθεί η έκβαση αυτού που σχηματικά και με πρόθεση απαξίωσης αποκαλείται από τις γραφίδες του ανασφαλούς Μαξίμου, «μικρός τελικός». Στις ιδιωτικές συζητήσεις τους, στη Χαριλάου Τρικούπη, αναγνωρίζουν με ανησυχία ότι «το Ι.Χ κόμμα Τσίπρα» -έτσι το χαρακτηρίζουν- έχει αποκτήσει ένα άνετο δημοσκοπικό προβάδισμα τουλάχιστον 5 μονάδων από το ΠΑΣΟΚ.
«Πυροβολούν» τώρα στα οικονομικά του νέου κόμματος, μιλώντας για «αφανείς χρηματοδότες» και «μπροστινούς της διαπλοκής», την ώρα που ο Νίκος Ανδρουλάκης, βλέπει εκνευρισμένος τους «δελφίνους» να τροχίζουν τα μαχαίρια για να τα χρησιμοποιήσουν, όπως έχει προειδοποιήσει ο κομματικός Παύλος Γερουλάνος από Σεπτέμβριο. Δημοσίως, και αυτό δεν απέχει από την πραγματικότητα, στο προεδρικό περιβάλλον σημειώνουν ότι «η ΕΛΑΣ του Τσίπρα έχει χτυπήσει δημοσκοπικό ταβάνι». Οθεν, τελούν εν αναμονή καλύτερων δημοσκοπικών ημερών, επισημαίνοντας ότι και το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, που μέχρι χθες φιγουράριζε τρίτο, σήμερα έχει υποχωρήσει στην 6η θέση.
Στα κομματικά ρετιρέ δυσφορούν ωστόσο, όταν κάποιος συνομιλητής επισημαίνει ότι ο Α. Τσίπρας «καλύπτει το κενό που άφησαν η αυταρέσκεια του Ανδρουλάκη και ο απωθητικός ηγεμονισμός του ΠΑΣΟΚ», από τη στιγμή που έγινε ουρανοκατέβατη αξιωματική αντιπολίτευση. «Θα δεχόμουν μια κριτική περί κενού, αν έβλεπα κάποιο κόμμα που έρχεται τώρα και λέει κάτι άλλο από εκείνο που λέει το ΠΑΣΟΚ. Οταν έρχονται άλλα κόμματα και σε αντιγράφουν πλήρως, πού είναι το κενό;» αναρωτιέται ο εκπρόσωπος Τύπου Κώστας Τσουκαλάς. Το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ, όπως είχαν επισημάνει από την πρώτη ώρα στην εφημερίδα συγκροτημένα στελέχη (παροπλισμένα ελέω Ανδρουλάκη) και άλλοι με εγνωσμένες οργανωτικές ικανότητες από την εποχή του Ανδρέα που μετακόμισαν παρά τω προέδρω στον (παλαιό) ΣΥΡΙΖΑ, είναι ότι αποτελεί ένα βαθιά διχασμένο κόμμα. Η «δεξιά πτέρυγα» με επικεφαλής την Αννα Διαμαντοπούλου, η οποία με την υποψηφιότητά της έκοψε τον δρόμο του Π. Γερουλάνου στις εσωκομματικές κάλπες για την προεδρία, ρυμουλκεί το κόμμα στην αυλή της Ν.Δ., εκπροσωπώντας τους νοσταλγούς των εποχών της κυβερνητικής εξουσίας. Η «αριστερή πλευρά» δεν έπαψε ποτέ να επισημαίνει ότι «μόνος του κανένας δεν μπορεί», υπογραμμίζοντας την ανάγκη συνεργασίας με την Αριστερά «για να φύγει η Δεξιά», μοναδικός ιδεολογικός και πολιτικός αντίπαλος της παράταξης.
Αντιμετωπίζοντας αυτή τη συμμετρική πίεση ο Ν. Ανδρουλάκης, παρατηρεί πρώην υπουργός του Κ. Σημίτη, «κατέφυγε σε αυτό που γνωρίζει καλά: την αδράνεια και την υπολειτουργία των οργάνων». Ως εκ τούτου, και αυτό δείχνει να το έχει αντιληφθεί καλά, λένε οι προσεκτικοί που σημείωσαν τις δηλώσεις του για τις… επιτυχείς κομματικές επιδόσεις υπό την ηγεσία του, πιθανή αποτυχία να έρθει δεύτερος «θα του χρεωθεί». Στους αντίποδες, δεν είναι λίγα τα «θέματα» που αντιμετωπίζει ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος, γνωρίζοντας ότι δεν αποτελεί απειλή για τον Κ. Μητσοτάκη, τα δίνει όλα για να κατοχυρώσει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης με σκοπό να μπορέσει να θέσει τα διλήμματα της δεύτερης Κυριακής. Ο πρώην πρωθυπουργός διαβεβαιώνει ότι «τώρα έμαθε πώς γίνεται» και μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα. Οι θέσεις του υπέρ των ματωμένων δημοσιονομικών πλεονασμάτων, των κολεγιαρχών και της μεταφοράς των Πρεσπών στο Αιγαίο αποκαλύπτουν ότι παρέμεινε απλά αμετανόητος.
