Η εικόνα της «ισχυρής» ελληνικής οικονομίας που παρουσιάζει η κυβέρνηση δοκιμάζεται πλέον από την πραγματικότητα της ενεργειακής κρίσης. Πίσω από τη μείωση του χρέους, τα υψηλότερα φορολογικά έσοδα και τις αναβαθμίσεις των οίκων αξιολόγησης, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει σοβαρές δομικές αδυναμίες: επίμονα εξωτερικά ελλείμματα, τεράστια αρνητική διεθνή επενδυτική θέση, υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια και εξαιρετικά περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο.
Ετσι, τα «θετικά μεγέθη» δεν μεταφράζονται κατ’ ανάγκη σε πραγματική ανθεκτικότητα: όταν προκύπτει μια κρίση, όπως αυτή που διανύουμε, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσο βελτιώθηκαν οι δείκτες, αλλά πόση δυνατότητα έχει πραγματικά το κράτος να προστατεύσει νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Και τα στοιχεία που επικαλούνται ο ESM και ο Οίκος Scoperatings δείχνουν ότι τα περιθώρια αυτά παραμένουν ιδιαίτερα στενά.
Του Μάκη Ντόβολου
Η ανάλυση της οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας, με βάση τα στοιχεία του Euro Area Stability Watch του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), καταγράφει, από τη μία πλευρά, τη δημοσιονομική προσαρμογή και τη μείωση του χρέους τα τελευταία χρόνια, από την άλλη όμως αναδεικνύει τις βαθιές δομικές ευαλωτότητες που περιορίζουν δραστικά την ικανότητα του κράτους να στηρίξει ουσιαστικά νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε περίπτωση μιας νέας διεθνούς κρίσης. Με άλλα λόγια, παρά τα θετικά βραχυπρόθεσμα δημοσιονομικά αποτελέσματα, η Ελλάδα στερείται ουσιαστικού δημοσιονομικού «αμορτισέρ». Σε μια διεθνή κρίση, η συνδυασμένη πίεση του υψηλού συσσωρευμένου χρέους, της ενεργειακής εξάρτησης και των αυστηρών ευρωπαϊκών κανόνων θα καθιστούσε αδύνατη την οριζόντια προστασία νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση, η Ελλάδα πέτυχε σταθερή μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους και συγκράτηση των ελλειμμάτων λόγω της οικονομικής ανάκαμψης και των αυξημένων φορολογικών εσόδων. Η βελτίωση αυτή οδήγησε σε αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας και σε υποχώρηση των περιθωρίων απόδοσης (spreads) των ελληνικών ομολόγων έναντι των γερμανικών.
Ομως, παρά τη βελτίωση των ονομαστικών μεγεθών, η ελληνική οικονομία παραμένει εκτεθειμένη σε σημαντικούς κινδύνους σε περίπτωση ενός δυσμενούς διεθνούς σεναρίου (όπως η κλιμάκωση γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, η αύξηση των τιμών ενέργειας και η απότομη αναπροσαρμογή των διεθνών αγορών). Ειδικότερα, επισημαίνονται τα παρακάτω:
Εξαιρετικά αδύναμος λόγος χρέους προς έσοδα (Debt-to-Revenue Ratio): Παρά τη μείωση του λόγου Χρέους/ΑΕΠ, το δημόσιο χρέος σε σχέση με τη συνολική παραγωγική φορολογική βάση και τα έσοδα του κράτους παραμένει υψηλό.
Υψηλή ενεργειακή εξάρτηση: Η Ελλάδα παρουσιάζει υψηλό ποσοστό καθαρών εισαγωγών ενέργειας (πετρέλαιο και υγροποιημένο φυσικό αέριο) ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ενα νέο σοκ τιμών ενέργειας πλήττει άμεσα το εμπορικό ισοζύγιο, συμπιέζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και αυξάνει το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων.
Επιδείνωση της δυναμικής χρέους (Interest-Growth Differential): Στο δυσμενές σενάριο, η επιβράδυνση της ανάπτυξης και η αύξηση του κόστους δανεισμού καθιστούν την εξυπηρέτηση του χρέους δυσκολότερη.
Ισχυρός δεσμός τραπεζών και Δημοσίου (Bank-Sovereign Nexus): Οι ελληνικές τράπεζες διατηρούν ποσοστό εγχώριων κρατικών ομολόγων επί του συνολικού τους ενεργητικού πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (3,1%). Σε περιόδους διεθνούς αβεβαιότητας και αποστροφής κινδύνου, οι τράπεζες τείνουν να μετατοπίζουν τη ρευστότητά τους προς τα κρατικά ομόλογα και μακριά από τη δανειοδότηση του ιδιωτικού τομέα, περιορίζοντας τις πιστώσεις προς τις επιχειρήσεις (ιδίως τις ενεργοβόρες).
Η κύρια συνέπεια των παραπάνω παραγόντων είναι η δραστική συρρίκνωση του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου (fiscal space) σε συνθήκες κρίσης. Σχετική ανάλυση της έκθεσης δείχνει:
– Κατάρρευση του Δείκτη Δημοσιονομικού Χώρου: Στο βασικό σενάριο για το 2028, ο σύνθετος δείκτης δημοσιονομικού χώρου της Ελλάδας βρίσκεται στο 35, στην κλίμακα 0-100 (που εντάσσεται στην κατηγορία της ύπαρξης «κάποιου δημοσιονομικού χώρου»). Ωστόσο, υπό το δυσμενές οικονομικό σενάριο, ο δείκτης υποχωρεί στο 18, αγγίζοντας το όριο του εξαιρετικά «περιορισμένου δημοσιονομικού χώρου».
– Χαμηλή δημοσιονομική ευελιξία (Fiscal Flexibility): Λόγω των άκαμπτων υποχρεωτικών δαπανών (συντάξεις, μισθοί Δημοσίου, τόκοι χρέους), ο δείκτης ευελιξίας είναι αρνητικός. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος διαθέτει ελάχιστα ελεύθερα έσοδα για πολιτικές στήριξης.
– Μακροπρόθεσμες πιέσεις (αμυντικές δαπάνες και γήρανση): Οι αυξημένες ανάγκες για αμυντικές δαπάνες (στόχος NATO για 3,5% του ΑΕΠ) και το κόστος γήρανσης του πληθυσμού δημιουργούν πρόσθετες ανειλημμένες υποχρεώσεις, αναγκάζοντας την κυβέρνηση σε αυστηρή ιεράρχηση δαπανών και αποτρέποντας ευρείες παροχές προς την κοινωνία και τις επιχειρήσεις.
Ο Οίκος Scope αναβαθμίζει τη χώρα σε BBB+, όμως τη βρίσκει ευάλωτη σε κρίσεις
Η Scope Ratings μπορεί μεν να αναβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας, τοποθετώντας την στην κλίμακα BBB+ με σταθερές προοπτικές, παράλληλα όμως επεσήμανε, στην έκθεσή της, ότι διατηρούνται βαθιές δομικές ευαλωτότητες, που περιορίζουν τα περιθώρια αντίδρασης σε μια ενδεχόμενη διεθνή κρίση.
Οπως αναφέρει, παρά τη βελτίωση των αριθμών, η οικονομία παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικά σοκ λόγω των εξής παραγόντων:
– Επιμονή δομικών εξωτερικών ελλειμμάτων: Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει σταθερά ελλειμματικό (-5,7% έως -7,2% του ΑΕΠ), κυρίως λόγω της μεγάλης εξάρτησης από εισαγωγές ενέργειας.
– Υψηλή αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (NIIP): Η NIIP διαμορφώνεται μεταξύ -132,1% και -141,9% του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα παραμένει έντονα εξαρτημένη από την εξωτερική χρηματοδότηση, καθιστώντας την ευάλωτη αν μεταβληθεί το διεθνές επενδυτικό κλίμα ή αν αυξηθεί το κόστος δανεισμού.
Μάλιστα στην έκθεση αξιολόγησης, ο πυλώνας «Εξωτερικός Οικονομικός Κίνδυνος» (External economic risk) λαμβάνει την ιδιαίτερα χαμηλή ενδεικτική βαθμολογία «ccc». Πρόκειται για τον πιο αδύναμο κρίκο στο ποσοτικό μοντέλο αξιολόγησης της Ελλάδας, καθώς: α) όσο το ισοζύγιο παραμένει ελλειμματικό και η αρνητική διεθνής επενδυτική θέση παραμένει σε υψηλά επίπεδα, η Ελλάδα χρειάζεται συνεχή εισροή εξωτερικών κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση της οικονομίας και β) η υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια σημαίνει ότι μια διεθνής αναταραχή στις τιμές του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου διευρύνει άμεσα το έλλειμμα και επιβαρύνει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΑ «ΑΝΑΧΩΜΑΤΑ»
Σύμφωνα με την έκθεση αξιολόγησης, η δυνατότητα του κράτους να παρέχει ουσιαστικά οικονομικά αναχώματα στην κοινωνία και την αγορά είναι εξαιρετικά περιορισμένη για τους εξής λόγους:
– Ελλειψη δημοσιονομικού χώρου λόγω χρέους: Παρά την πτωτική τροχιά, το συνολικό απόθεμα χρέους παραμένει πολύ υψηλό. Για να διατηρηθεί η βιωσιμότητά του, η κυβέρνηση υποχρεούται να διατηρεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα (3%-4% του ΑΕΠ) και να καταβάλλει καθαρούς τόκους που απορροφούν το 6,2%-7,0% των κρατικών εσόδων.
– Επιβράδυνση της ανάπτυξης και δημογραφική πίεση: Η ανάπτυξη αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1,8% το 2027 και στο 1,6% μεσοπρόθεσμα, ενώ η γήρανση του πληθυσμού θα αυξήσει τις δαπάνες και η συρρίκνωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας (-1,2% έως -2,0%) θα πιέσει περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.
– Αδυναμίες στην αγορά εργασίας και χαμηλά εισοδήματα: Η χαμηλή παραγωγικότητα, η δομική ανεργία (8,5%-10%) και το χαμηλό μερίδιο εισοδήματος του φτωχότερου 50% του πληθυσμού (20,9%) σημαίνουν ότι τα νοικοκυριά διαθέτουν μικρή αντοχή σε νέα κύματα ακρίβειας ή κρίσεων, την ώρα που το κράτος αδυνατεί να καλύψει το κενό.
Πέντε τομείς «φουντώνουν» τον πληθωριστικό κίνδυνο παγκοσμίως
Σύμφωνα με την Allianz Research, με τίτλο «Chokepoints and pressure points: what is breaking and reshaping global energy markets», η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σύνθετη ενεργειακή διαταραχή, η οποία μετεξελίσσεται από γεωπολιτικό shock σε δομική κρίση υποδομών και περιθωρίων διύλισης. Η ταυτόχρονη πίεση στις θαλάσσιες οδούς του Περσικού Κόλπου, η αναστολή λειτουργίας κρίσιμων αγωγών, η στενότητα στα διυλιστήρια και η εξάντληση των στρατηγικών αποθεμάτων διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένου πληθωριστικού κινδύνου και επιβάρυνσης των εμπορικών ισοζυγίων.
1. Πετρέλαιο: Εφοδιαστικό έλλειμμα και περιορισμένα στρατηγικά αποθέματα
Η τιμή του αργού brent κατέγραψε άλμα κοντά στα 110 USD/βαρέλι, μετά την αναγκαστική διακοπή λειτουργίας του σαουδαραβικού αγωγού Petroline (East-West), η οποία, σε συνδυασμό με τις δυσχέρειες διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ, προκάλεσε καθαρή απώλεια 4,3 εκατ. βαρέλια την ημέρα (mbpd) στις πετρελαϊκές ροές σε σύγκριση με τα προπολεμικά επίπεδα.
Παρά τη μερική διατήρηση ροών 7-8 mbpd, μέσω της «σκιώδους» ναυσιπλοΐας, η αγορά στερείται επαρκών ρυθμιστικών μηχανισμών:
– Εξάντληση στρατηγικών αποθεμάτων: Οι μηνιαίες αποδεσμεύσεις από το στρατηγικό αποθεματικό των ΗΠΑ έχουν επιβραδυνθεί στα μόλις 0,3 mbpd, με τα συνολικά αποθέματα να βουλιάζουν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, περιορίζοντας δραστικά τις δυνατότητες κρατικής παρέμβασης.
– Πρόβλεψη τιμών: Η Allianz Research προβλέπει ότι τυχόν παράταση της διακοπής στον αγωγό Petroline προς τις έξι εβδομάδες θα διατηρήσει τις τιμές κοντά στα 100 USD/βαρέλι.
2. Φυσικό αέριο και οριακές αντοχές της Ευρωζώνης
Στην αγορά φυσικού αερίου, η ευρωπαϊκή τιμή αναφοράς (TTF) σημείωσε ραγδαία άνοδο από τα μέσα των 40 EUR/MWh τον Ιούλιο σε επίπεδα άνω των 80 EUR/MWh, καθώς οι φορτώσεις LNG από τον Περσικό Κόλπο παραμένουν καθηλωμένες στο 15%-25% των κανονικών επιπέδων. Επιπλέον, σε αντίθεση με το πετρέλαιο, δεν υφίστανται αγωγοί παράκαμψης για το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), καθιστώντας το πρόβλημα ακόμα μεγαλύτερο.
Σύμφωνα με την Allianz, λόγω των στενών δημοσιονομικών περιθωρίων και της απουσίας των μεταπανδημικών ταμειακών μαξιλαριών του 2022, μια διατήρηση των τιμών του TTF άνω των 120 EUR/MWh για διάστημα έξι μηνών θα οδηγούσε την Ευρωζώνη σε οικονομική ύφεση.
3. Το δευτερογενές σοκ στα καύσιμα
Η κρίση μεταφέρεται εντονότερα στα τελικά παράγωγα πετρελαίου, αποσυνδέοντας τις τιμές των καυσίμων από τις διακυμάνσεις του αργού. Τα περιθώρια διύλισης (crack spreads) έφτασαν τα 62 EUR/βαρέλι στις ΗΠΑ και τα 74 EUR/βαρέλι στην Ευρώπη (+68% και +92% πάνω από τον 5ετή μέσο όρο, αντίστοιχα). Την ίδια στιγμή τα ουκρανικά πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια και η επιβολή απαγόρευσης εξαγωγών ντίζελ από τη Μόσχα αφαίρεσαν το 11% της παγκόσμιας προσφοράς ντίζελ, επιδεινώνοντας την κατάσταση. Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί και το γεγονός ότι οι παγκόσμιες επενδύσεις στη διύλιση υποχωρούν φέτος κάτω από τα 40 δισ. δολ. (-15% ετησίως), εμποδίζοντας την ταχεία προσθήκη νέας δυναμικότητας.

4. Μακροοικονομικές επιπτώσεις
Στο διάστημα Μαρτίου – Αυγούστου 2026 οι εισαγωγείς ορυκτών καυσίμων κατέβαλαν επιπλέον 330 δισ. δολ., επιβαρύνοντας το εμπορικό τους ισοζύγιο και μεταφέροντας πλούτο προς τις εξαγωγικές χώρες. Την ίδια στιγμή ο πληθωρισμός φουντώνει. Στις ΗΠΑ η βενζίνη (με μέση τιμή 3,84 USD/γαλόνι, +24% ετησίως) κάλυψε πάνω από το 1/3 της αύξησης του ΔΤΚ Αυγούστου. Ιδια εικόνα επικρατεί και στην Ευρώπη, ενώ παράλληλα οι ελλείψεις σε θείο (όπου ο Κόλπος κατέχει το 40% των παγκόσμιων εξαγωγών) επιβαρύνουν την παραγωγή λιπασμάτων και κατ’ επέκταση των τροφίμων. Και αύξηση των τιμών οδηγεί σε αύξηση των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες.
5. Η αλληλεπίδραση ενέργειας και αγοράς ομολόγων
Οι αγορές σταθερού εισοδήματος έχουν ήδη ενσωματώσει σημαντικό μέρος της ενεργειακής κρίσης, κάνοντας ακριβότερο τον δανεισμό στις διεθνείς αγορές. Σε συνθήκες σοκ, αύξηση της τιμής του brent κατά 10% προσθέτει περίπου 12-14 μονάδες βάσης στις αποδόσεις των 10ετών ομολόγων στις ΗΠΑ και τη Γερμανία. Μια πρόσθετη άνοδος του brent στα 120 USD/βαρέλι εκτιμάται ότι θα επιβάρυνε τις αποδόσεις των 2ετών αμερικανικών τίτλων κατά 10 bps και των γερμανικών κατά 5 bps, ενώ τα 2ετή swaps πληθωρισμού θα αυξάνονταν κατά 17-18 bps.
ΠΗΓΗ: dealnews.gr
