Η Τουρκία, από της ιδρύσεώς της, το 1923, από τον Μουσταφά Κεμάλ, τηρούσε απαρέγκλιτα εξωτερική πολιτική όχι απλά ουδετερότητας, αλλά απομονωτισμού. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ούτε άσχετο το γεγονός ότι από τη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα ως ο πρώτος πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας το 1923 μέχρι και τον θάνατό του το 1938, δεν πραγματοποίησε κανένα ταξίδι στο εξωτερικό.
Οι λόγοι της επιλογής του απομονωτισμού ήταν σαφείς: Το νεοπαγές τουρκικό κράτος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα λειτουργικότητας και συνοχής, με σοβαρότερη ευπάθεια την πολυπληθή κουρδική κοινότητα, την οποία θα μπορούσαν να «χρησιμοποιήσουν» δυνάμεις που θα μπορούσε να ενοχλήσει μια εξωστρεφής τουρκική εξωτερική πολιτική.
Έτσι προέκυψε και ο όρος «επιτήδειος ουδέτερος», ως χαρακτηρισμός για την εξωτερική πολιτική που ακολούθησε η Τουρκία κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, από τον αμερικανό πανεπιστημιακό και ιστορικό Frank G. Weber, στο βιβλίο του με τίτλο «The Evasive Neutral: Germany, Britain, and the Quest for a Turkish Alliance in the Second World War».
Την πολιτική του απομονωτισμού εγκατέλειψε η Τουρκία όταν αντιμετώπισε σοβαρές απειλές από την Σοβιετική Ένωση του Στάλιν, μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν οι σοβιετικές εδαφικές και γεωπολιτικές αξιώσεις, όπως η απαίτηση της αναθεώρησης της Συνθήκης του Μοντρέ, με κοινό έλεγχο και στρατιωτικές βάσεις στα Στενά των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου, καθώς και την επιστροφή των ανατολικών επαρχιών του Καρς και του Αρνταχάν, που οδήγησαν την Τουρκία στην αναζήτηση της προστασίας μιας μεγάλης δύναμης, που δεν ήταν άλλη από τις ΗΠΑ.
Έτσι η Τουρκία έλαβε την οικονομική βοήθεια με το Δόγμα Τρούμαν, το 1947, έτσι αποφάσισε να στείλει μια ενισχυμένη ταξιαρχία που συμμετείχε στον πόλεμο της Κορέας το 1950, τότε που γέλασε και το κορεατικό «παρδαλό» κατσίκι με τα… κατορθώματα του τουρκικού στρατού, έτσι η Τουρκία έγινε δεκτή στο ΝΑΤΟ, το 1952.
Όμως, παρά την ένταξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, η εξωτερική της πολιτική δεν άλλαξε δραματικά, αφού η Άγκυρα φρόντιζε να ισορροπεί στους κόλπους της Συμμαχίας, χωρίς να εκτίθεται σε εξωτερικούς κινδύνους.
Θα μπορούσαμε δε να χαρακτηρίσουμε την αλλαγή από εξωτερική πολιτική απομονωτισμού σε εξωτερική πολιτική εσωστρέφειας, με την Τουρκία να μετατρέπεται από «επιτήδειος ουδέτερος» σε «επιτήδειο ισορροπιστή».
Η πολιτική της εσωστρέφειας άλλαξε σταδιακά και απέκτησε χαρακτηριστικά εξωστρέφειας, χωρίς, όμως, και πάλι η Τουρκία να εκτίθεται σε σοβαρούς κινδύνους.
Η εμπλοκή της Τουρκίας σε συγκρούσεις με τους Κούρδους μαχητές και η εμπλοκή της σε συγκρούσεις στη Λιβύη, το Ναγκόρνο Καραμπάχ, η στρατιωτική της παρουσία στη Σομαλία, στη Συρία και όπου αλλού, έγινε εκ του ασφαλούς, χωρίς οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις να αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο σύγκρουσης με ισχυρούς αντιπάλους.
Τώρα, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Μετά τις επιθέσεις των Χούθι στην Υεμένη, η Σαουδική Αραβία ζήτησε «επείγουσα» συνάντηση μεταξύ των Αρχηγών Γενικών Επιτελείων της Τουρκίας και του Πακιστάν στο πλαίσιο της «Συμφωνίας της Μέκκας», που υπέγραψε ο Ερντογάν στις 7 Αυγούστου 2026.
Η Σαουδική Αραβία προέβη σε αυτήν την κρίσιμη κίνηση αφού οι υποστηριζόμενοι από το Ιράν Χούθι στην Υεμένη στόχευσαν παραμεθόριες περιοχές και νότιες επαρχίες με βαλλιστικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Μετά από αυτές τις εξελίξεις, η Σαουδική Αραβία ζήτησε «επείγουσα» συνάντηση των αρχηγών γενικών επιτελείων της Τουρκίας και του Πακιστάν στο πλαίσιο μιας κοινής αμυντικής συμφωνίας.
Στη συνάντηση, στην οποία θα συμμετάσχουν στρατιωτικοί διοικητές και από τις τρεις χώρες, θα συζητηθεί το θέμα της υποστήριξης προς το Ριάντ στο πλαίσιο της κοινής αμυντικής συμφωνίας.
Μια δήλωση του υπουργείου Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας αναφέρει: «Η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν θα πραγματοποιήσουν επείγουσα συνάντηση των αρχηγών των επιτελείων τους για να συζητήσουν την παροχή υποστήριξης στο Ριάντ στο πλαίσιο της κοινής αμυντικής συμφωνίας».
Να σημειωθεί ότι τον Αύγουστο, η Τουρκία έγινε συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας της Μέκκας στη Σαουδική Αραβία, την οποία υπέγραψε ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν του κυβερνώντος κόμματος ΑΚΡ, και με βάση την εν λόγω συμφωνία η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και η Τουρκία δεσμεύτηκαν να παρέχουν «κοινή απάντηση σε επιθέσεις εναντίον η μία της άλλης».
Όταν ρωτήθηκε για τη Συμφωνία της Μέκκας που περιέχει διατάξεις παρόμοιες με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ και αν αυτό το άρθρο θα μπορούσε να επικαλεστεί εναντίον των Χούθι, ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν απάντησε: «Έχουμε την ικανότητα να παρέχουμε κάθε είδους υποστήριξη σε στρατιωτικό επίπεδο».
Τώρα, λοιπόν αρχίζουν τα δύσκολα. Αν η Τουρκία στείλει δυνάμεις του στρατού ξηράς στη Σαουδική Αραβία, ή αν στείλει πολεμικά πλοία, τότε θα έχει να αντιμετωπίσει τους Χούθι, που έχουν αποδείξει ότι μπορούν να πλήξουν στόχους και στην ξηρά και στη θάλασσα, που η Τουρκία δεν έχει τις δυνατότητες να αντιμετωπίσει.
Όμως, εκτός του καθαρά επιχειρησιακού ζητήματος, που ούτως ή άλλως είναι σοβαρό, αφού κινδυνεύει να δεχθεί πλήγμα η εικόνα που δημιούργησε η Τουρκία για τις ένοπλες δυνάμεις της, υπάρχει και το ζήτημα των σχέσεων Τουρκίας-Ιράν, οι οποίες δεν έχουν διαταραχθεί από την υπογραφή της Συνθήκης του Κασρί Σιρίν (γνωστή και ως Συνθήκη του Ζουχάμπ), το 1639, μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (επί σουλτάνου Μουράτ Δ΄) και της Περσικής Αυτοκρατορίας των Σαφαβιδών (επί Σάχη Σαφί Α΄).
Έκτοτε, οι σχέσεις των δύο χωρών, δεν διαταράχθηκαν. Μένει να δούμε αν θα διαταραχθούν με την εμπλοκή της Τουρκίας στο μέτωπο εναντίον των Χούθι, συμμάχων του Ιράν.
Εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα, που λέει ο λαός μας…
ΠΗΓΗ: thitanews.gr
