Η αποπνικτική ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι μεγάλες πυρκαγιές δεν απειλεί μόνο τις περιοχές όπου εκδηλώνονται οι φλόγες, αλλά και τη δημόσια υγεία. Ο καπνός και τα αιωρούμενα μικροσωματίδια μπορούν να επιβαρύνουν σημαντικά το αναπνευστικό και το καρδιαγγειακό σύστημα, με τους ειδικούς να απευθύνουν σαφείς οδηγίες προς τους πολίτες, ιδιαίτερα όσους ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες.
Η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία συνιστά τον περιορισμό της έκθεσης στον καπνό όσο αυτό είναι εφικτό, ειδικά σε περιοχές που βρίσκονται κοντά σε ενεργά πύρινα μέτωπα ή όπου η ατμόσφαιρα παραμένει επιβαρυμένη από αιωρούμενα σωματίδια.
Ο κίνδυνος από τα μικροσωματίδια PM2.5
Μιλώντας στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα MEGA», ο πνευμονολόγος Παναγιώτης Μπεχράκης εξήγησε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα προέρχεται από τη σωματιδιακή ρύπανση και ιδιαίτερα από τα μικροσκοπικά σωματίδια PM2.5, τα οποία εισχωρούν βαθιά στους πνεύμονες.
«Αναμφίβολα υπάρχει ένα πρόβλημα σωματιδιακής ρύπανσης, η οποία είναι πολύ μεγάλη στην περιοχή που γίνονται οι πυρκαγιές και οπωσδήποτε θέλει, πρέπει να προστατευτούν οι εργαζόμενοι. Αυτά τα ξέρουν όμως. Και οι πυροσβέστες και οι εθελοντές πυροσβέστες έχουν διδαχθεί και ξέρουν τις μάσκες που πρέπει να φορούν, οι οποίες πρέπει να είναι κατάλληλες έτσι ώστε να προσροφήσουν αυτά τα σωματίδια. Γιατί τα μικρά, τα PM2.5 όπως λέγονται, έχουν πολύ μεγάλη διεισδυτικότητα στο αναπνευστικό σύστημα και από αυτά πρέπει να φυλαχτούμε», ανέφερε.
Παιδιά, ασθματικοί και καρδιοπαθείς οι πιο ευάλωτοι
Ο ειδικός υπογράμμισε ότι οι πρώτοι που πρέπει να προστατευθούν είναι τα παιδιά, καθώς το αναπνευστικό τους σύστημα βρίσκεται ακόμη σε ανάπτυξη, ενώ αναπνέουν σε χαμηλότερο ύψος, όπου η συγκέντρωση των αιωρούμενων σωματιδίων είναι μεγαλύτερη.
«Πρέπει να προστατέψουμε καταρχήν τις ευαίσθητες ομάδες. Και η πρώτη ευαίσθητη ομάδα είναι τα παιδιά. Για δύο λόγους: Πρώτον, ότι το αναπνευστικό τους σύστημα, οι βρόγχοι τους είναι ακόμη πολύ στενοί και ήδη ο αέρας με δυσκολία περνάει από μέσα. Εάν λίγο ερεθιστεί από τη φλεγμονή που προκαλούν αυτά τα σωματίδια, η βρογχιτιδική εκδήλωση είναι άμεση συνέπεια. Επιπλέον τα παιδιά έχουν και το εξής πρόβλημα που το αψηφούμε. Αναπνέουν σε χαμηλότερο ύψος. Και εκεί η συγκέντρωση αυτών των σωματιδίων είναι πολύ μεγαλύτερη. Διότι σκεφτείτε ένα διάλυμα στερεών πραγμάτων σε ένα ρευστό που είναι ο αέρας, πιο πυκνά είναι χαμηλά. Ένα παιδάκι που μπουσουλάει και που αναπνέει πολύ χαμηλά, παίρνει πολύ μεγαλύτερη συγκέντρωση από αυτή που παίρνουμε εμείς με το 1,50 και 1,70 που είναι το στόμα του μέσου πολίτη. Αυτό πρέπει να μην το αψηφούμε».
Παράλληλα, επεσήμανε ότι ιδιαίτερα προσεκτικοί πρέπει να είναι όσοι πάσχουν από άσθμα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) ή άλλες μορφές χρόνιας αναπνευστικής ανεπάρκειας, καθώς και οι ασθενείς με καρδιαγγειακά νοσήματα.
«Η δεύτερη κατηγορία είναι οι άνθρωποι που έχουν ήδη ένα αναπνευστικό πρόβλημα, είτε ΧΑΠ, κυρίως άσθμα, είτε οποιαδήποτε μορφή χρόνιας αναπνευστικής ανεπάρκειας. Εκείνο που επίσης πρέπει να προσέξουν ιδιαίτερα είναι και οι άνθρωποι που έχουν καρδιαγγειακά προβλήματα γιατί αυτά τα σωματίδια προκαλούν με τη διεισδυτικότητά τους μία γενικότερη φλεγμονώδη αντίδραση από τον οργανισμό, η οποία μπορεί να διεγείρει μία αρρυθμία, να διεγείρει μία στηθαγχική κρίση σε έναν ενήλικα».
Οι μάσκες δεν αρκούν – Τι πρέπει να αποφεύγουμε
Σύμφωνα με τον κ. Μπεχράκη, η χρήση μάσκας δεν επαρκεί από μόνη της για την προστασία από τα πολύ μικρά αιωρούμενα σωματίδια, ενώ καθοριστικό ρόλο παίζει η αποφυγή της σωματικής καταπόνησης σε εξωτερικούς χώρους:
«Δεν κάνουν τίποτα οι μάσκες σε αυτές τις συνθήκες. Αυτά τα μικρά σωματίδια δεν μπορούν να τα σταματήσουν. Ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος είναι να μην κουραστεί κανείς έξω. Μπορεί να φορέσει ένα μαντήλι, μία μάσκα, κάπως θα προστατεύσει, αλλά να μη στηριχθεί σε αυτό. Η αποφυγή κόπωσης είναι. Γιατί όταν κουραζόμαστε και αναπνέουμε μεγαλύτερη ποσότητα από τον αέρα που μας περιβάλλει, άρα ό,τι σωματίδια υπάρχουν εκεί τα παίρνουμε σε μεγαλύτερο αριθμό, επιπλέον δε, η γρήγορη εισπνοή που κάνουμε με την κόπωση τα κάνει ακόμη πιο διεισδυτικά. Η αυξημένη ροή στην εισπνοή τα οδηγεί αυτά τα σωματίδια ακόμη πιο βαθιά».
Ποια συμπτώματα απαιτούν επικοινωνία με γιατρό
Ο πνευμονολόγος εξήγησε ότι τα βασικά συμπτώματα που μπορεί να εμφανιστούν μετά από έκθεση στον καπνό είναι ο επίμονος βήχας, η συριγμώδης αναπνοή και η δύσπνοια:
«Βήχας, συριγμώδης αναπνοή και δύσπνοια είναι τα συμπτώματα με τα οποία εκδηλώνεται η επίδραση αυτών των φαινομένων στους ανθρώπους, στις ευαίσθητες ομάδες. Όταν κάποιος εμφανίσει κάτι από αυτά, καλό είναι να επικοινωνήσει με τον γιατρό του. Δεν θα έλεγα να ωθηθούν όλοι στα νοσοκομεία αμέσως, γιατί και αυτό πρόβλημα θα είναι και οι ίδιοι περισσότερο θα εκτεθούν με τη μετακίνηση στη ρύπανση από το εάν μείνουν στο σπίτι τους και φροντίσουν κλειστά παράθυρα».
Καθαρίζει ο οργανισμός μετά την έκθεση;
Αναφερόμενος στις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, ο κ. Μπεχράκης σημείωσε ότι ο οργανισμός αποβάλλει σε μεγάλο βαθμό τα σωματίδια, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η έκθεση είναι ακίνδυνη:
«Φεύγουν, αλλά πάντα και κάτι αφήνουν. Δεν είναι ποτέ ευχάριστο οτιδήποτε παρόμοιο μας συμβαίνει. Εκείνο όμως που πρέπει να πούμε είναι ότι επειδή πολλές φορές έχει συμβεί μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες να εκτεθούν σε τέτοιου είδους ρύπανση, δεν παρατηρήθηκαν αθρόες εισαγωγές σε νοσοκομεία για αναπνευστικά προβλήματα. Και τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερα εάν η φωτιά είχε κάψει όχι μόνο δασικό στοιχείο, που είναι φυσικό περιβαλλοντικό. Ένα εργοστάσιο πλαστικών παραδείγματος χάριν, ή παράλληλα μία αποθήκη καυσίμου υλικού παράγει άλλου είδους ρύπανση, η οποία είναι πολύ χειρότερη γιατί είναι χημική ρύπανση».

