Το πρωί της 1ης Αυγούστου 1921, με το ημερολόγιο που χρησιμοποιούσε τότε η Ελλάδα, οι φάλαγγες της Στρατιάς Μικράς Ασίας άφηναν πίσω τους το Εσκί Σεχίρ και κινούνταν προς τα βάθη της Ανατολίας. Στο χάρτη, το σχέδιο έμοιαζε τολμηρό: διάβαση του Σαγγαρίου, υπερκέραση των τουρκικών θέσεων από το νότο και πορεία προς την Άγκυρα. Στο έδαφος όμως, άρχιζε μια δοκιμασία δίψας, πείνας και εξάντλησης.
Μπροστά τους απλωνόταν η Αλμυρά Έρημος. Πίσω τους, κάθε χιλιόμετρο μάκραινε τη γραμμή ανεφοδιασμού. Και απέναντί τους ο Μουσταφά Κεμάλ δεν χρειαζόταν απαραιτήτως να συντρίψει τον ελληνικό στρατό· του αρκούσε να αντέξει.
Η Μάχη του Σαγγαρίου θα έμενε στην Ιστορία ως το ανώτατο σημείο της ελληνικής προέλασης στη Μικρά Ασία – και ως η στιγμή που η απόσταση ανάμεσα στην πολιτική φιλοδοξία και στις πραγματικές δυνατότητες της χώρας έγινε αδύνατο να κρυφτεί.
Ένα σπάνιο βίντεο: Η προετοιμασία για την εκστρατεία πέρα από τον Σαγγάριο και πλάνα από την Κιουτάχεια, το Εσκίσεχιρ και την Προύσα
Η απόφαση για την Άγκυρα
Τον Ιούλιο του 1921 ο ελληνικός στρατός είχε επικρατήσει στις επιχειρήσεις της Κιουτάχειας και του Εσκί Σεχίρ. Οι σημαντικοί σιδηροδρομικοί κόμβοι είχαν καταληφθεί, αλλά ο κεμαλικός στρατός δεν είχε καταστραφεί. Είχε αποσυρθεί συντεταγμένα ανατολικά του Σαγγαρίου, ανατινάζοντας γέφυρες και τμήματα της σιδηροδρομικής γραμμής.
Στο πολεμικό συμβούλιο της Κιουτάχειας, στις 15 Ιουλίου, πολιτική και στρατιωτική ηγεσία αποφάσισαν τη συνέχιση της εκστρατείας προς την Άγκυρα.
Η κατάληψη της πόλης θα είχε μεγάλη συμβολική και πρακτική σημασία: εκεί βρισκόταν η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση, το πολιτικό κέντρο του κεμαλικού κινήματος και σημαντικές αποθήκες εφοδίων. Ο πραγματικός στόχος, ωστόσο, παρέμενε η εξουδετέρωση του τουρκικού στρατού.
Εδώ βρισκόταν και η παγίδα. Αν ο Κεμάλ εγκατέλειπε την Άγκυρα και υποχωρούσε προς την Καισάρεια ή ακόμη ανατολικότερα, μέχρι πού θα τον ακολουθούσε η ελληνική στρατιά; Το ερώτημα είχε αρχίσει να κυκλοφορεί ακόμη και ανάμεσα στους στρατιώτες.
Η έρημος που πρόδωσε τον ελιγμό
Η προέλαση καθυστέρησε περίπου είκοσι ημέρες, ώστε να συγκεντρωθούν στο Εσκί Σεχίρ τρόφιμα, πυρομαχικά, περίπου 840 οχήματα και καμήλες. Πολλά φορτηγά ήταν παλιά και καταπονημένα. Όσο η στρατιά προχωρούσε προς την Άγκυρα, τόσο απομακρυνόταν από τον σιδηρόδρομο και τις βάσεις της.
Το σχέδιο προέβλεπε έναν μεγάλο κυκλωτικό ελιγμό από το νότο. Το Β’ Σώμα Στρατού θα περνούσε μέσα από την Αλμυρά Έρημο, θα έστρεφε στη συνέχεια προς βορρά και θα χτυπούσε το αριστερό άκρο της τουρκικής άμυνας. Στο χάρτη ο ελιγμός υποσχόταν αιφνιδιασμό.
Στην πράξη, η σκόνη που σήκωναν χιλιάδες άνδρες, ζώα και οχήματα αποκάλυψε την κίνηση. Το ισχυρό τουρκικό ιππικό παρακολουθούσε τις ελληνικές φάλαγγες, χτυπούσε τις γραμμές ανεφοδιασμού και ενημέρωνε τη διοίκηση.

Όταν οι ελληνικές δυνάμεις έφτασαν στις θέσεις εξόρμησης, ήταν ήδη διψασμένες και εξαντλημένες. Οι Τούρκοι είχαν προλάβει να μετακινήσουν το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών τους προς την απειλούμενη πλευρά. Ο αιφνιδιασμός είχε χαθεί πριν ακόμη αρχίσει η μάχη.
Η έλλειψη τροφής αποτυπώθηκε με τον πιο πικρό τρόπο στη γλώσσα των στρατιωτών που συμμετείχαν στη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, για αρκετές ημέρες το Β’ Σώμα δεν εφοδιάστηκε ούτε με ψωμί. Οι άνδρες έβραζαν σιτάρι και το αποκαλούσαν σκωπτικά «τα κόλυβα του Γούναρη».
Στο ημερολόγιό του ο στρατιώτης Χρήστος Καραγιάννης περιγράφει δύο άνδρες να αρπάζουν στο σκοτάδι μισό σακί ψωμιά από τα εφόδια του στρατηγείου. Σε μια άλλη σκηνή, ένας νεαρός, βέβαιος ότι θα σκοτωθεί, παραδίδει στους συντρόφους του το ρολόι του και 400 δραχμές για τη μητέρα του. Την επομένη πέφτει νεκρός. Το ψωμί που βρίσκεται στο σακίδιό του μοιράζεται στη διμοιρία «σαν αντίδωρο».
Δύο γραμμές άμυνας έσπασαν
Η κυρίως μάχη άρχισε στις 10 Αυγούστου. Απέναντι στους Έλληνες βρίσκονταν τρεις διαδοχικές αμυντικές γραμμές, απλωμένες σε ορεινό, γυμνό έδαφος. Χαρακώματα, πολυβόλα, συρματοπλέγματα και πυροβολικό κάλυπταν τα υψώματα που οδηγούσαν προς την Άγκυρα.
Οι πρώτες ελληνικές επιθέσεις σημείωσαν σημαντικές επιτυχίες. Η 1η Μεραρχία κατέλαβε το Μανγκάλ Νταγ κάτω από καταρρακτώδη βροχή, δημιουργώντας ρήγμα στο κέντρο της τουρκικής άμυνας. Η επιτυχία όμως δεν αξιοποιήθηκε εγκαίρως, και οι Τούρκοι έριξαν εφεδρείες για να κλείσουν το κενό.
Ακολούθησε η σφαγή στο Καλέ Γκρότο, ένα επίμηκες βραχώδες ύψωμα που είχε μετατραπεί σε φρούριο. Έπειτα από τέσσερις ημέρες αλλεπάλληλων εφόδων, το ύψωμα καταλήφθηκε, με τίμημα περισσότερους από 3.000 νεκρούς και τραυματίες για τις δύο ελληνικές μεραρχίες που σήκωσαν το βάρος της επίθεσης.
Πολλοί αξιωματικοί είχαν τεθεί εκτός μάχης, ενώ οι ελλείψεις σε πυρομαχικά ανάγκαζαν μονάδες να επιτίθενται χωρίς επαρκή υποστήριξη πυροβολικού.

Παρά τις απώλειες και την κόπωση, η ελληνική στρατιά δεν είχε καταρρεύσει.
Προώθησε το μέτωπο περίπου 20 χιλιόμετρα, διέσπασε τις δύο πρώτες τουρκικές γραμμές και κατέλαβε το Τσαλ Νταγ και το Αρντίζ Νταγ. Βρέθηκε στο ανώτατο σημείο της προέλασής της, περίπου 65 χιλιόμετρα από την Άγκυρα.
Η κατάληψη του Τσαλ Νταγ απειλούσε να κόψει στα δύο το τουρκικό μέτωπο. Η επίσημη τουρκική ιστορία αναγνωρίζει ότι η κατάσταση έγινε κρίσιμη και για τις δύο πλευρές. Η Χαλιντέ Εντίπ περιέγραψε αργότερα έναν Μουσταφά Κεμάλ οργισμένο και αβέβαιο για το αν έπρεπε να υποχωρήσει. Η μαρτυρία της χρειάζεται επιφύλαξη, καθώς γράφτηκε μετά την πολιτική ρήξη τους. Δείχνει όμως πόσο μακριά από την εικόνα μιας εύκολης τουρκικής νίκης βρισκόταν η πραγματικότητα.
Είχε ηττηθεί η στρατιά ή η διοίκησή της;
Στο πεδίο, οι δύο αντίπαλοι είχαν φτάσει στα όριά τους. Στις μονάδες της πρώτης γραμμής οι απώλειες άγγιζαν το 20% έως 30%. Η διαφορά βρισκόταν πλέον στη διοίκηση. Το τουρκικό επιτελείο μετακινούσε συνεχώς δυνάμεις στα σημεία όπου κινδύνευε να διασπαστεί το μέτωπο και διατηρούσε κεντρική εφεδρεία.
Η ελληνική στρατιά, αντίθετα, δεν διέθετε εφεδρεία σε επίπεδο ανώτατης διοίκησης. Ορισμένες μονάδες έμεναν αδρανείς ενώ άλλες επιτίθεντο χωρίς επαρκή υποστήριξη.
Μετά την κατάληψη του Τσαλ Νταγ, ο αρχιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας ζήτησε από την κυβέρνηση να κρίνει αν η πολιτική αξία της κατάληψης της Άγκυρας δικαιολογούσε νέες θυσίες και τον κίνδυνο μιας καταστροφικής αποτυχίας. Στην αναφορά του σημείωνε ότι η δύναμη των ελληνικών μεραρχιών είχε μειωθεί δραματικά και ότι σχεδόν τα μισά φορτηγά βρίσκονταν εκτός λειτουργίας.
Η κυβέρνηση απέφυγε να αναλάβει την απόφαση, απαντώντας ότι η στρατιωτική ηγεσία έπρεπε να ενεργήσει «συμφώνως προς το στρατιωτικόν συμφέρον». Η ευθύνη επέστρεφε από την Αθήνα στο μέτωπο, την ώρα που στο μέτωπο αναζητούσαν πολιτική εντολή.
Η επίθεση σταμάτησε. Ένα σχέδιο μεταφοράς δυνάμεων προς το Πολατλί και τη σιδηροδρομική γραμμή, που θα μπορούσε να δημιουργήσει επιτέλους ελληνική εφεδρεία και να επιτρέψει νέα προσπάθεια προς την Άγκυρα, καθυστέρησε και τελικά δεν εφαρμόστηκε.
Οι Τούρκοι αξιοποίησαν το χρόνο για να συγκεντρώσουν δυνάμεις και να περάσουν στην αντεπίθεση.
Η αρχή του τέλους
Η υποχώρηση δυτικά του Σαγγαρίου δεν υπήρξε η άτακτη φυγή που περιγράφουν ορισμένες μεταγενέστερες αφηγήσεις. Οι επίσημες ιστορίες των δύο πλευρών δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος της στρατιάς πέρασε τον ποταμό με τον οπλισμό του, αν και δεν έλειψαν η σύγχυση, οι αιχμαλωσίες και η εγκατάλειψη τραυματιών.
Στρατηγικά ωστόσο, το αποτέλεσμα ήταν καθοριστικό. Η Άγκυρα δεν καταλήφθηκε, ο κεμαλικός στρατός δεν καταστράφηκε και η ελληνική πλευρά δεν διέθετε πλέον τις δυνάμεις για νέα μεγάλη επίθεση.
Η πρωτοβουλία των κινήσεων πέρασε στον Κεμάλ, ενώ η θέση του ενισχύθηκε και διπλωματικά. Τον Οκτώβριο του 1921 η Γαλλία υπέγραψε μαζί του τη Συμφωνία της Άγκυρας, αναγνωρίζοντας στην πράξη τη δύναμη της κεμαλικής κυβέρνησης.

Για τον ελληνικό στρατό ακολούθησε σχεδόν ένας χρόνος ακινησίας σε ένα τεράστιο μέτωπο που δεν μπορούσε ούτε να εγκαταλείψει ούτε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά. Όταν άρχισε η τουρκική επίθεση τον Αύγουστο του 1922, οι απώλειες, η κόπωση και τα άλυτα προβλήματα του Σαγγαρίου βρίσκονταν ακόμη εκεί.
Ο Χρήστος Καραγιάννης συμπύκνωσε την εμπειρία του σε μία φράση: «Αντί να καταλάβουμε την Άγκυρα, φτιάξαμε μόνοι μας τον τάφο μας».