Με φοροελαφρύνσεις διαφορετικών «ταχυτήτων» επιχειρεί η κυβέρνηση να παρουσιάσει ένα ευνοϊκότερο τοπίο για τους ελεύθερους επαγγελματίες από το 2027, όμως πίσω από τα παραδείγματα με οφέλη που φτάνουν ακόμη και τις 3.300 ευρώ βρίσκεται μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα. Το βασικό σύστημα του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος δεν καταργείται, ενώ ένα μεγάλο τμήμα των αυτοαπασχολουμένων θα εξακολουθήσει να φορολογείται με βάση εισόδημα που προσδιορίζει η Εφορία και όχι κατ’ ανάγκη με εκείνο που δηλώνει.
Τα ίδια τα κυβερνητικά στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Από τις 755.000 ατομικές επιχειρήσεις, οι 427.000 υπόκεινται σήμερα σε φορολόγηση επειδή δηλώνουν εισοδήματα χαμηλότερα από το ελάχιστο τεκμαρτό. Από αυτές, οι 271.000 φορολογούνται μόνο με βάση τον κατώτατο μισθό και τις τριετίες, ενώ περίπου 156.000 επιβαρύνονται επιπλέον λόγω τζίρου ή μισθοδοσίας. Οι τελευταίοι είναι εκείνοι που μπορούν να απαλλαγούν από τις δύο συγκεκριμένες προσαυξήσεις, εφόσον πληρούν τους όρους που έχει θέσει η κυβέρνηση.
Μερικές εκατοντάδες ευρώ για αρκετούς
Ακόμη και οι μειώσεις στη φορολογία εισοδήματος απέχουν πολύ από το να προσφέρουν το ίδιο όφελος σε όλους. Ελεύθερος επαγγελματίας με εισόδημα 20.000 ευρώ και χωρίς παιδιά θα κερδίσει μόλις 200 ευρώ τον χρόνο. Με ένα παιδί η ελάφρυνση αυξάνεται στα 400 ευρώ, με δύο στα 600 και με τρία στα 1.300 ευρώ.
Στις 25.000 ευρώ εισοδήματος, το όφελος ανέρχεται σε 300 ευρώ για επαγγελματία χωρίς παιδιά, 600 ευρώ με ένα παιδί, 900 ευρώ με δύο και 1.700 ευρώ με τρία.
Πολύ μεγαλύτερη είναι η ελάφρυνση για τους νέους έως 25 ετών, για τους οποίους εισόδημα μέχρι 20.000 ευρώ δεν φορολογείται. Στα 15.000 ευρώ το ετήσιο κέρδος υπολογίζεται στα 1.283 ευρώ και στα 20.000 ευρώ προσεγγίζει τα 2.483 ευρώ.
«Κούρεμα» στο τεκμαρτό, όχι κατάργηση
Εδώ βρίσκεται και η ουσία των κυβερνητικών παρεμβάσεων. Από το φορολογικό έτος 2026 καταργούνται για τους συνεπείς επαγγελματίες δύο πρόσθετες επιβαρύνσεις: εκείνη που αντιστοιχεί στο 10% του ετήσιου κόστους μισθοδοσίας και εκείνη που υπολογίζεται στο 5% της διαφοράς μεταξύ του τζίρου της επιχείρησης και του μέσου τζίρου του αντίστοιχου ΚΑΔ.
Το βασικό τεκμαρτό, όμως, παραμένει. Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση διορθώνει δύο από τις πρόσθετες επιβαρύνσεις του συστήματος που η ίδια εφαρμόζει, χωρίς να απαλλάσσει συνολικά τους επαγγελματίες από την τεκμαρτή φορολόγηση.
Και η ελάφρυνση δεν δίνεται άνευ όρων. Για να εξαιρεθεί ένας επαγγελματίας από τις συγκεκριμένες προσαυξήσεις πρέπει να έχει διαβιβάσει τα προβλεπόμενα στοιχεία στο myDATA, να έχει διασυνδέσει POS και ταμειακή μηχανή όπου απαιτείται, να μην έχει φορολογικές ή εργατικές παραβάσεις την προηγούμενη πενταετία και να έχει εκπληρώσει τις σχετικές δηλωτικές υποχρεώσεις.
Όφελος 2.534 ευρώ στην εστίαση
Η διαφορά είναι πράγματι μεγάλη για όσους επιβαρύνονταν σημαντικά από τις δύο προσαυξήσεις. Σε επιχείρηση εστίασης με πέντε εργαζομένους και ετήσια μισθοδοσία 105.000 ευρώ, το ελάχιστο εισόδημα μειώνεται από 27.244 ευρώ σε 16.744 ευρώ. Αντίστοιχα, ο φόρος περιορίζεται από 4.783 σε 2.249 ευρώ, αφήνοντας όφελος 2.534 ευρώ.
Για ορισμένες κατηγορίες το συνολικό κέρδος μπορεί να φτάσει ακόμη και τις 3.300 ευρώ. Αυτά τα παραδείγματα, όμως, δεν αποτυπώνουν την κατάσταση για το σύνολο των αυτοαπασχολουμένων. Τα κυβερνητικά στοιχεία δείχνουν ότι οι 156.000 επιχειρήσεις είναι εκείνες που σήμερα επιβαρύνονται από τις πρόσθετες προσαυξήσεις τζίρου ή μισθοδοσίας, την ώρα που συνολικά 427.000 βρίσκονται στην «τσιμπίδα» του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος.
Έτσι, πίσω από τις εξαγγελίες για φοροελαφρύνσεις παραμένει ένας σκληρός διαχωρισμός: κάποιοι επαγγελματίες θα δουν ουσιαστική μείωση, άλλοι θα αρκεστούν σε μερικές εκατοντάδες ευρώ και εκατοντάδες χιλιάδες θα συνεχίσουν να βρίσκονται αντιμέτωποι με τον βασικό μηχανισμό της τεκμαρτής φορολόγησης. Η κυβέρνηση περιορίζει ορισμένες από τις βαρύτερες επιβαρύνσεις, αλλά αφήνει ανέγγιχτο τον πυρήνα ενός συστήματος που εξακολουθεί να προσδιορίζει φορολογητέο εισόδημα ανεξάρτητα από το δηλωθέν αποτέλεσμα.
