Τα δύο επικά ποιήματα, η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια», τα οποία οι αρχαίοι Ελληνες απέδιδαν στον Ομηρο, είναι τα αρχαιότερα δείγματα ελληνικής ποίησης και σκέψης που έχουμε στην κατοχή μας.
- Γράφει ο Χρήστος Η. Χαλαζιά
Εχουν διαμορφώσει και έχουν επηρεάσει όλη την εξέλιξη του ελληνικού πολιτισμού σε όλες τις εκφάνσεις του, σε έναν βαθμό σχεδόν αδιανόητο για τα σημερινά δεδομένα. Οι αρχαίοι είχαν επίγνωση αυτού του γεγονότος, υιοθετώντας και τιμώντας τον Ομηρο ως δάσκαλό τους σε κάθε τομέα της ζωής τους.
Οι μεταγενέστεροι ιστορικοί του αρχαιοελληνικού πολιτισμού δεν μπόρεσαν να κάνουν κάτι παραπάνω από το να ερμηνεύσουν και να επιβεβαιώσουν τη διαπίστωση αυτή. Είναι γεγονός ότι το ομηρικό έπος δικαίως κατέχει μια θέση ανυπέρβλητης εκτίμησης και επιρροής στην ιστορία της δυτικής σκέψης.
Οποιαδήποτε, όμως, προσπάθεια κατανόησης ενός λογοτεχνικού φαινομένου του μακρινού παρελθόντος, δηλαδή η προσπάθεια να διακρίνουμε πίσω από το προσωπείο του γραπτού λόγου την προσωπικότητα του συγγραφέα, να κατανοήσουμε τις προθέσεις του και να αναγνωρίσουμε τη θέση του στον σύγχρονο κόσμο του συναντά αναπόφευκτούς περιορισμούς, οι οποίοι είναι σύμφυτοι με τις συνθήκες στις οποίες υπόκειται οποιοσδήποτε ερμηνευτής ενός τέτοιου έργου, δηλαδή με την προσωπική του θέση στον τόπο και τον χρόνο, καθώς και την ιδιαίτερη προσωπικότητά του. Οποιαδήποτε κρίση σχετικά με τη φύση και την αξία, το περιεχόμενο και τη σπουδαιότητα του ομηρικού έπους επηρεάζεται από την οπτική γωνία του ερμηνευτή, η οποία με τη σειρά της καθορίζεται από την εθνικότητά του και το πολιτισμικό του περιβάλλον.
Με βάση τα στοιχεία αυτά δεν προκαλεί έκπληξη ότι στη διάρκεια προσπαθειών δύο και πλέον χιλιετιών για να φωτιστεί το «φαινόμενο Ομηρος» -η συζήτηση σχετικά με το ζήτημα με ιδιαίτερα έντονο ενδιαφέρον στις μέρες μας- οι γνώμες ποικίλλουν σημαντικά. Το μόνο που ένας ερμηνευτής μπορεί να ελπίζει πως θα πετύχει είναι να αγγίξει περιφερειακά το θέμα. Δεν μπορεί, όμως, σε κάθε περίπτωση να προσεγγίσει το κέντρο του.
Οι στοχασμοί αυτοί αποτελούν τη βάση της απόπειρας που θα καταβάλουμε εδώ να φωτίσουμε το «φαινόμενο Ομηρος» και ειδικότερα την «Οδύσσεια». Ορισμένες έντονα διιστάμενες απόψεις αναγκαστικά θα μνημονευθούν, όμως η επίγνωση ότι καμιά διαπίστωση που γίνεται για κάτι το οποίο σε τελική ανάλυση δεν μπορεί να εξιχνιαστεί πλήρως δεν μπορεί να αποφύγει τον υποκειμενικό χαρακτήρα μάς δίνει το δικαίωμα ή μάλλον μας υποχρεώνει να εκθέσουμε τις προσωπικές μας απόψεις ανοιχτά και να μην τις αποκρύψουμε πίσω από την ποικιλία των απόψεων που διατυπώθηκαν.
Η σχέση ανάμεσα στην «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια» είναι στενή. Επειδή τα προβλήματα που παρουσιάζουν τα δύο έπη είναι παρόμοια, μάλιστα σε κάποιον βαθμό είναι ίδια, πρέπει συνεχώς να έχουμε υπόψη μας τα έπη του τρωικού κύκλου και να μην περιοριζόμαστε στην «Οδύσσεια».
Ελεγχος
Σε όλες τις προσπάθειες των σύγχρονων μελετητών να φτάσουν σε μια ορθή ερμηνεία των ομηρικών επών, η «Οδύσσεια» βρισκόταν πάντοτε υπό τη σκιά της «Ιλιάδας». Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για έναν κλάδο της φιλολογίας, που συνοψίζεται κάπως αυθαίρετα υπό τον όρο ομηρική «ανάλυση» και που σταδιακά κλόνισε όλο και περισσότερο την πεποίθηση ότι τα δύο έπη ήταν έργο ενός, μια πεποίθηση που άντεξε σχεδόν αδιαμφισβήτητη για περισσότερο από 2.000 χρόνια. Η ομηρική ανάλυση άρχισε με μια περίφημη μελέτη του αββά Francois Hedelin Abbe d’Aubienac, η οποία πραγματευόταν αποκλειστικά την «Ιλιάδα» και δημοσιεύτηκε ανώνυμα το 1715, πολύ καιρό μετά τον θάνατο του συγγραφέα το 1676.
Αν υποθέσουμε πως είναι δύο οι ποιητές της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας» (τον χαρακτήρα και την ιδιαιτερότητα αυτών των ποιητών), αν τους θεωρούμε και προσπαθούμε να τους κατανοήσουμε ως τυπικούς εκπροσώπους μιας αρχαίας τέχνης, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ήταν πολύ ανώτεροι ποιοτικά από τους προγενέστερους και τους σύγχρονους συναδέλφους τους.
Οι υποστηρικτές της θεωρίας της προφορικής ποίησης αγγίζουν άραγε στα αλήθεια την καρδιά του προβλήματος και ορθώς κατατάσσουν τα ομηρικά έπη στην απόλυτα προφορική ποίηση; Στο σημείο αυτό, επειδή οι γνώμες διίστανται και η ορθότητα της μίας ή της άλλης θεωρίας είναι προς το παρόν και ίσως για πάντα ανέφικτο να ελεγχθεί, στον καθένα δίνεται το δικαίωμα να υποστηρίξει την προσωπική του θέση, με όποιον τρόπο και αν έχει καταλήξει σε αυτή.
Η σημασία της προφορικής παράδοσης
Το συμπέρασμα ότι οι ποιητές της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας» άντλησαν σημαντικά στοιχεία του έργου τους από την προφορική παράδοση των αοιδών -θεωρία που φαίνεται ότι δεν επιδέχεται αμφισβήτηση- και η αποδοχή αυτής της θέσης βοηθά στο να κατανοήσουμε μια σημαντική, αν όχι την πλέον αποφασιστική πλευρά των προσθέσεων και επιτευγμάτων των αοιδών αυτών.
Το γεγονός ότι ασχολούνταν με ένα υλικό το οποίο είχε ήδη η προφορική ποίηση επεξεργαστεί και το ότι εξακολούθησαν να διαμορφώνουν αυτό το υλικό με μεθόδους παρόμοιες με αυτές των προκατόχων και συναδέλφων τους φαίνεται ότι έχει μικρότερη σημασία από άλλες παρατηρήσεις που είναι αναγκασμένος να κάνει ο ερμηνευτής. Ακόμα και αν έχουμε ακριβείς γνώσεις για το προ-ομηρικό έπος και αν δεν μπορούμε να αποδείξουμε τους ισχυρισμούς μας μπορούμε σε κάθε περίπτωση να αισθανθούμε πόσο μεγάλη πρόοδο σημείωσε ο Ομηρος σε σχέση με τους προκατόχους του.