Από τον Νίκο Σώκο
Μια καλοκαιρινή ημέρα σαν τη σημερινή το 1071, διεξήχθη πλησίον της λίμνης Βαν, στην πόλη Μαντζικέρτ μια κομβίκη σύγκρουση ανάμεσα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και το Σουλτανάτο των Σελτζούκων Τούρκων. Η σύγκρουση έμελλε να αποτελέσει τον επίλογο της βυζαντινής υπεροχής στην Εγγύς και Μέση Ανατολή κατά τον 11ο αιώνα.
Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διήρχετο περίοδο παρακμής, μαστιζόμενη από οξείες εσωτερικές έριδες, οικονομική δυσπραγία και διοικητική αποδιοργάνωση. Στον αντίποδα, οι Σελτζούκοι Τούρκοι, ορμώμενοι από τις στέπες του Τουρκεστάν, είχαν εκμεταλλευτεί την αποδυνάμωση του Αραβικού Χαλιφάτου, αναλαμβάνοντας την ηγεμονία του ισλαμικού κόσμου. Υπό την ηγεσία του Σουλτάνου Αλπ Αρσλάν, προωθούνταν συστηματικά στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας.
Η οχυρή πόλη του Μαντζικέρτ, η οποία είχε αντέξει στην πολιορκία του Κωνσταντίνου Γ΄ Μονομάχου (1042-1054), έπεσε τελικά στα χέρια των Τούρκων το 1070. Προκειμένου να ανακόψει την εχθρική διείσδυση και να αποκαταστήσει την αυτοκρατορική κυριαρχία στη Μικρά Ασία, ο Αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ Διογένης (1068-1071) ανέλαβε την άνοιξη του 1071 την τρίτη κατά σειρά εκστρατεία του στην Ανατολή.
Η Προετοιμασία και η εισβολή στην Αρμενία
Τον Φεβρουάριο του 1071, ο Ρωμανός Δ΄ άρχισε τη συγκρότηση μιας πολυπληθούς στρατιάς στην Κωνσταντινούπολη, η οποία αριθμούσε περίπου 40.000 μαχητές. Προκειμένου να παραπλανήσει τον Αλπ Αρσλάν, ο οποίος εκείνη την περίοδο πολιορκούσε την Έδεσσα (Ούρφα) και στη συνέχεια στράφηκε κατά του Χαλεπίου, ο αυτοκράτορας απέστειλε πρεσβεία με ειρηνευτικές προτάσεις, τις οποίες ο σουλτάνος αποδέχθηκε αμέσως. Έχοντας δημιουργήσει την εντύπωση διπλωματικής διευθετήσεως, ο Ρωμανός εισέβαλε το καλοκαίρι του 1071 στην Αρμενία, φτάνοντας στη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ) τον Ιούλιο. Παρά τις αντιρρήσεις των στρατηγών του, αποφάσισε να βαδίσει προς το Μαντζικέρτ.
Το ασυγχώρητο σφάλμα
Πριν από την κατάληψη του φρουρίου, ο Ρωμανός υπέπεσε σε ένα σοβαρό επιχειρησιακό σφάλμα διασπώντας τις δυνάμεις του. Απέστειλε τμήμα 20.000 ανδρών υπό τον Ιωσήφ Ταρχανειώτη και τον Νορμανδό μισθοφόρο Ρουσέλ ντε Μπαγιέλ προς την πόλη Χλιάτ, προκειμένου να καλύψει το δεξιό πλευρό του. Ο Ταρχανειώτης, ωστόσο, δεν κατευθύνθηκε προς το Χλιάτ αλλά υποχώρησε νοτιοδυτικά προς τη Μελιτηνή (150 χλμ. μακριά), είτε λόγω προδοσίας είτε επειδή αναχαιτίστηκε από ισχυρές σελτζουκικές δυνάμεις, χωρίς να ειδοποιήσει τον αυτοκράτορα. Έτσι, όταν ο Ρωμανός κατέλαβε το Μαντζικέρτ, η μάχιμη δύναμή του είχε μειωθεί στους 20.000 άνδρες, ενώ ο Αλπ Αρσλάν, ενημερωμένος από το δίκτυο πληροφοριοδοτών του, είχε λύσει την πολιορκία στο Χαλέπι και κατευθυνόταν προς το Μαντζικέρτ με ανάλογη δύναμη 20.000 έως 30.000 ανδρών.
Στις 24 Αυγούστου εκδηλώθηκαν οι πρώτες αψιμαχίες. Ο Ρωμανός, υποτιμώντας την παρουσία του κύριου σελτζουκικού στρατού, απέστειλε αρχικά τον Νικηφόρο Βρυέννιο και στη συνέχεια τον Νικηφόρο Βασιλάκιο. Ο Βασιλάκιος παρασύρθηκε από την τακτική της εικονικής υποχωρήσεως των Τούρκων, έπεσε σε ενέδρα και αιχμαλωτίστηκε. Ο Βρυέννιος κατάφερε να υποχωρήσει συντεταγμένα στο στρατόπεδο, ενώ το ίδιο βράδυ οι Σελτζούκοι πραγματοποίησαν αιφνιδιαστική νυχτερινή επίθεση προκαλώντας σύγχυση. Την επόμενη ημέρα, 25 Αυγούστου, ένα τμήμα Ούζων Τούρκων μισθοφόρων του βυζαντινού στρατού αυτομόλησε στους Σελτζούκους. Την ίδια ημέρα, ο Αλπ Αρσλάν απέστειλε πρεσβεία για διαπραγματεύσεις, αλλά ο Ρωμανός απέρριψε τους όρους, απαιτώντας την πλήρη αποχώρηση των Τούρκων από τη Μικρά Ασία.
Το φινάλε
Η καθοριστική μάχη δόθηκε στις 26 Αυγούστου 1071. Ο Ρωμανός παρέταξε το στράτευμά του σε δύο παράλληλες γραμμές. Στο κέντρο τοποθετήθηκε ο ίδιος ο Αυτοκράτορας με την αυτοκρατορική φρουρά 500 Βαράγγων, Καππαδόκες, Φράγκους και Τουρκομάνους. Την αριστερή πτέρυγα ανέλαβε ο Νικηφόρος Βρυέννιος με τα θεματικά στρατεύματα Μακεδονίας, Θεσσαλίας, Θράκης και Σλάβους, ενώ τη δεξιά πτέρυγα ο Θεόδωρος Αλυάτης με Ίβηρες της Αρμενίας, Χάζαρους και Σλάβους. Την εφεδρεία διοικούσε ο Ανδρόνικος Δούκας, πολιτικός αντίπαλος του Ρωμανού. Ο Αλπ Αρσλάν παρέταξε το ελαφρύ ιππικό του σε σχηματισμό ημισελήνου. Καθώς το βυζαντινό κέντρο προέλαυνε, οι Σελτζούκοι υποχωρούσαν συντονισμένα προς το όρος Σουφάν, εξαπολύοντας ταυτόχρονα καταιγισμό βελών και κυκλώνοντας τις μεμονωμένες βυζαντινές μονάδες.
Πλησιάζοντας η νύχτα, ο Ρωμανός διέταξε αναστροφή του μετώπου για συντεταγμένη υποχώρηση. Η κίνηση αυτή παρερμηνεύτηκε από τις πτέρυγες ως πανικός και ήττα. Ο Αλπ Αρσλάν διέταξε γενική αντεπίθεση. Στο σημείο αυτό, ο διοικητής μίας μοίρας, Ανδρόνικος Δούκας, κινούμενος από πολιτική σκοπιμότητα και προδοτική διάθεση, δίεδωσε ότι ο αυτοκράτορας είναι νεκρός και απέσυρε την εφεδρεία από το πεδίο της μάχης. Η βυζαντινή παράταξη κατέρρευσε. Η αριστερή πτέρυγα διέσπασε τον κλοιό, ενώ η δεξιά διαλύθηκε. Μόνο η φρουρά των Βαράγγων παρέμεινε στο πλευρό του Ρωμανού, μαχόμενη μέχρις εσχάτων. Ο αυτοκράτορας, τραυματισμένος στο στήθος και το χέρι, αιχμαλωτίστηκε.
Τι οδήγησε στην ήττα
Η πανωλεθρία στο Μαντζικέρτ αποτέλεσε την απόρροια ενδογενών αδυναμιών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άρχουσα τάξη της Κωνσταντινούπολης και η φατρία των Δουκών υπέσκαπταν συστηματικά τον Ρωμανό Δ΄, καθιστώντας την τοποθέτηση του Ανδρόνικου Δούκα επικεφαλής της εφεδρείας μοιραία.
Επιπρόσθετα, η παραμέληση των εγχώριων θεματικών στρατών ανάγκασε τον Ρωμανό να βασιστεί σε ετερογενείς ξένους μισθοφόρους (Νορμανδούς, Φράγκους, Ούζους, Πετσενέγκους, Χάζαρους), γεγονός που οδήγησε σε αυτομολήσεις και χαμηλή επιχειρησιακή συνοχή. Σε αυτά προστέθηκαν η διάσπαση του στρατού πριν από τη μάχη, η έλλειψη επαρκούς αναγνωρίσεως του εχθρού και η αλόγιστη καταδίωξη του ελαφρού σελτζουκικού ιππικού από το βαρύ βυζαντινό πεζικό.
Ο Σουλτάνος Αλπ Αρσλάν συμπεριφέρθηκε με μεγαλοψυχία στον αιχμάλωτο Ρωμανό Δ΄, συνομολογώντας συνθήκη ειρήνης που προέβλεπε την καταβολή λύτρων, ετήσιου φόρου, ανταλλαγή αιχμαλώτων και περιορισμένες εδαφικές παραχωρήσεις.
Οι πραγματικές συνέπειες της μάχης εκδηλώθηκαν αμέσως μετά. Η επιστροφή του Ρωμανού πυροδότησε έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, κατά τον οποίο ο αυτοκράτορας ανατράπηκε, τυφλώθηκε και πέθανε από τα τραύματά του. Οι Σελτζούκοι, θεωρώντας ότι η συνθήκη ακυρώθηκε μετά την ανατροπή του, εισέβαλαν ανεμπόδιστα στη Μικρά Ασία, ιδρύοντας την πρωτεύουσά τους στη Νίκαια το 1077.
Η μάχη του Μαντζικέρτ σηματοδότησε την αμετάκλητη απώλεια του μικρασιατικού χώρου, ο οποίος αποτελούσε τη δημογραφική, οικονομική και στρατιωτική ραχοκοκαλιά της αυτοκρατορίας, ανοίγοντας οριστικά τον δρόμο για τον σταδιακό εκτουρκισμό της περιοχής.
