Τα δύο έπη που φέρνουν το όνομά του, η «Ιλιάς» και η «Οδύσσεια», που και τα δύο διαιρέθηκαν αργότερα σε 24 βιβλία, ασχολούνται με τους μύθους της Τροίας. Η «Ιλιάς» καλύπτει ένα διάστημα 51 ημερών από το δέκατο έτος του Τρωικού Πολέμου, με διαδοχική αφήγηση των γεγονότων της εποχής, αρχίζοντας με την οργή του Αχιλλέως, επειδή του αφαίρεσαν, κατά διαταγή του Αγαμέμνονος, την ωραιότατη κόρη Βρισηίδα, που του είχε δοθεί μετά την εκπόρθηση της πόλης.
Αφηγείται τη μεγάλη απόγνωση που προκάλεσε η απομάκρυνση του οργισμένου ήρωα από τη μάχη στους Ελληνες, οι οποίοι πολεμούσαν στην πεδιάδα της Τροίας, γύρω από τα τείχη. Αυτό δίνει την κατάλληλη ευκαιρία για την περιγραφή άλλων ηρώων, έως την πτώση του Πατρόκλου, που είναι το κρίσιμο σημείο του ποιήματος.
Ακολουθούν η συμφιλίωση του Αχιλλέως, ο φόνος του Εκτορος και οι επικήδειοι αγώνες προς τιμήν του Πατρόκλου. Το ποίημα τελειώνει τραγικά με την παράδοση και την ταφή του πτώματος. Η «Οδύσσεια» ασχολείται με τα γεγονότα που σχετίζονται με την επιστροφή του Οδυσσέως στην πατρίδα του. Αντίθετα προς τα δύο κύρια μέρη της «Ιλιάδος», η «Οδύσσεια» αποτελείται από τέσσερα μέρη.
Στην Ωγυγία
Το πρώτο περιγράφει τις περιπέτειες του Τηλεμάχου, που καταπιέζεται από τους μνηστήρες της μητέρας του, Πηνελόπης, και ξεκινάει να επισκεφθεί τον Νέστωρα στην Πύλο και τον Μενέλαο στη Σπάρτη, για να τον βοηθήσουν να ανακαλύψει τα ίχνη του πατέρα του. Ετσι, ο ποιητής βρίσκει την ευκαιρία να διηγηθεί ποια ήταν η μοίρα των Ελλήνων ηρώων κατά την επιστροφή τους στην πατρίδα τους.
Το δεύτερο μέρος περιγράφει τις περιπέτειες του Οδυσσέως στο ταξίδι του από την Ωγυγία, το νησί της Καλυψούς, τη διαμονή του ανάμεσα στους Φαίακες (που συνδέεται με την ίδια την αφήγηση του ήρωα για την περιπλάνησή του στο ταξίδι του από την Τροία έως την άφιξή του στην Ωγυγία) και, τελικά, την άφιξή του στην Ιθάκη.
Το τρίτο μέρος περιέχει την επίσκεψή του στην καλύβα του χοιροβοσκού Εύμαιου, την αναγνώρισή του από τον Τηλέμαχο (που έχει επιστρέψει στο σπίτι του) και από τον πιστό υπηρέτη του, και το σχέδιο για την εκδίκηση εναντίον των μνηστήρων.
Το τέταρτο μέρος περιέχει την εκτέλεση της εκδίκησης και καταλήγει σε ένα ειρηνικό τέλος, την ένωση του ήρωα με τη γυναίκα του, Πηνελόπη, και με τον ηλικιωμένο πατέρα του, Λαέρτη.
Τα ομηρικά ποιήματα διαδόθηκαν γρήγορα από τους επαγγελματίες ραψωδούς που πήγαιναν από πόλη σε πόλη, όχι μόνο στην ασιατική πατρίδα τους, αλλά και στην Ελλάδα και στις δυτικές αποικίες της. Εγιναν γνωστά στη Σπάρτη από τον Λυκούργο, που έμαθε την ύπαρξή τους κατά τα ταξίδια του στη Σάμο, από τους απογόνους του Κρεωφύλου, ενός ποιητή που είχε τη φήμη ότι υπήρξε φίλος και δάσκαλος του Ομήρου ή και, κατά τον Πλάτωνα, μαθητής του.
Το 753 π.Χ., 23 χρόνια μετά την αρχή των Ολυμπιάδων, τα ποιήματα αυτά ήταν στην πραγματικότητα κοινό κτήμα όλων των Ελλήνων. Στις απαγγελίες που έκαναν οι ραψωδοί σε πολλά μέρη κατά διάρκεια γιορτών, ο μεγάλο όγκος των ποιημάτων οδήγησε εξαρχής στην κανονική διαίρεση του θέματος σε κατάλληλα μέρη, για να δώσουν διαλείμματα ανάπαυσης όχι μόνο στους ραψωδούς, αλλά και στο ακροατήριο. Ετσι, έγινε η διαίρεση σε χωριστές ωδές που ονομάζονταν ραψωδίες, με διακριτικούς τίτλους που τους χρησιμοποιούσαν και πολύ αργότερα ακόμη, όταν και τα δύο ποιήματα χωρίστηκαν σε 24 βιβλία.
Τα κενά
Εγινε σύντομα συνήθεια να απαγγέλλουν μεμονωμένες ραψωδίες, που μερικές ήταν ιδιαίτερα ευνοούμενες και θεωρούνταν περισσότερο κατάλληλες από άλλες για να προβάλλουν το ταλέντο κάθε ραψωδού. Αυτή ήταν η αιτία που μερικά μέρη έπεσαν εύκολα στη λήθη και δημιουργήθηκαν κενά στην προφορική παράδοση των ποιημάτων.
Εξαλλου, οι ραψωδοί δεν μπορούσαν να μη δώσουν κάποιο τελείωμα και πληρότητα στα ευνοούμενα κομμάτια τους, και έφταναν στο σημείο να κάνουν αλλαγές και προσθήκες όπου το έκριναν απαραίτητο. Η πόλη της Αθήνας είναι εκείνη που έθεσε τέλος τις αυθαιρεσίες. Ο Σόλων θέσπισε πρώτος να τηρούν οι ραψωδοί στις δημόσιες απαγγελίες τους πιστά το πατροπαράδοτο κείμενο των ποιημάτων, μια των οποίων καταγραφή έγινε στα χρόνια του Επιστράτου.
Οι εκδόσεις των Αλεξανδρινών λογίων
Με το πέρασμα του χρόνου τα ποιήματα υπέστησαν πολλές αυθαίρετες αλλαγές, κυρίως στα χέρια των λογίων που προσπαθούσαν να βελτιώσουν το κείμενο. Οι πρώτοι εξ αυτών ήταν οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι, οι οποίοι θεωρούσαν τον Ομηρο κεντρικό σημείο για τις φιλολογικές μελέτες τους και έκαναν μεθοδική κριτική του κειμένου, για την οποία είχαν και τα μέσα και την ευκαιρία χάρη στη συλλογή αρχαίων χειρογράφων του ποιητή στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.
Την αρχή έκανε ο Ζηνόδοτος από την Εφεσο. Τον διαδέχτηκε ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, που ο μαθητής του, Αρίσταρχος, έκανε την πιο εκπληκτική ομηρική έκδοση. Οι εκδόσεις αυτών των Αλεξανδρινών γραμματικών στηρίχτηκαν στη συλλογή του Πεισιστράτου και σε αυτούς οφείλεται το σημερινό κείμενο των ομηρικών ποιημάτων. Μερικοί υποθέτουν ότι τον 6ο ακόμη αιώνα υπήρχαν γραπτά κείμενα ποιημάτων τα οποία απέδιδαν στον Ομηρο.
Τι ήταν αυτά τα ποιήματα, είναι αβέβαιο. Ο Αισχύλος περιέγραψε τα έργα του ως «λεπτά κομμάτια από το μεγάλο συμπόσιο του Ομήρου», αλλά κανένα από τα έργα που διασώθηκαν δεν βασίζεται στην «Ιλιάδα» ή στην «Οδύσσεια» και φαίνεται ότι ελάχιστα από τα άλλα μπορούσαν να έχουν βασιστεί σε τούτα τα έργα.
Ο Πίνδαρος, που ισχυρίζεται ότι ο Οδυσσεύς είχε επαινεθεί υπερβολικά από τον Ομηρο, μιλάει για κάποιο ποίημα στο οποίο ο Ομηρος επαινεί τον Αίαντα. Στον Ομηρο αποδίδονται και άλλα ποιήματα εκτός από τα δύο μεγάλα έπη. Ο Καλλίνος θεωρούσε τον Ομηρο συγγραφέα του έπους «Θηβαΐς», αλλά αυτή η πληροφορία έχει αμφίβολη αξία.