Από τον Νίκο Σώκο
Πριν από ακριβώς 81 χρόνια η ανθρωπότητα συστήθηκε με έναν νέο καταστροφικό εχθρό, την ατομική βόμβα. Στις 6 Αυγούστου 1945, στα πλαίσια των επιθέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ιαπωνία, αποφασίστηκε η ρίψη της ατομικής βόμβας ουρανίου «Little Boy» από το βομβαρδιστικό Enola Gay πάνω από την πόλη της Χιροσίμα, και η επακόλουθη πυροδότηση της βόμβας πλουτωνίου «Fat Man» στο Ναγκασάκι τρεις ημέρες αργότερα, στις 9 Αυγούστου.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωνε, όμως ένα αδιανόητο και απάνθρωπο θρίλερ ξεκινούσε. Οι δύο ρίψεις προκάλεσαν την ακαριαία εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων αμάχων και την ανεπανόρθωτη ραδιενεργό μόλυνση των επιζώντων.
Η τραγωδία αυτή έμελλε να αποτελέσει το σημείο αναφοράς για το πώς μια χώρα θα ορίζεται από τότε και στο εξής, ως πολεμική μηχανή.
Η στρατιωτική πραγματικότητα εκείνο τον Αύγουστο
Αποτιμώντας το θέρος του 1945 παρατηρείται, ότι η στρατιωτική ισχύς του Άξονα είχε ήδη καταρρεύσει. Μετά την πτώση του Βερολίνου τον Μάιο του 1945 και την ολοκληρωτική συνθηκολόγηση της Ναζιστικής Γερμανίας, η Ιαπωνική Αυτοκρατορία βρισκόταν σε κατάσταση ναυτικού και οικονομικού αποκλεισμού.
Ο αυτοκρατορικός στόλος είχε καταστραφεί, ενώ η επικείμενη είσοδος της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο της Ασίας, η οποία εκδηλώθηκε στις 8 Αυγούστου με την ταχεία προέλαση του Κόκκινου Στρατού στη Μαντζουρία, την Κορέα και τις Νήσους Κουρίλες, σφράγιζε την επιχειρησιακή απομόνωση του Τόκιο.
Ένα θανατηφόρο μήνυμα επίδειξης ισχύος
Υπό αυτό το πρίσμα, η απόφαση του Αμερικανού προέδρου, Χάρι Τρούμαν και των υπουργών Χένρι Στίμσον και Τζορτζ Μάρσαλ, για τη χρήση όπλων μαζικής καταστροφής σε αστικά κέντρα χωρίς στρατιωτική υποδομή, δεν υπαγορεύθηκε από την ανάγκη κάμψης της αντιπάλου ισχύος, αν και οι Αμερικανοί ισχυρίζονταν, ότι μια χερσαία εισβολή για τα αμερικανικά στρατεύματα, στην «Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου» θα μπορούσε να αποβεί αρκετά αιματηρή.
Η χρήση του ατομικού όπλου πήρε την μορφή προειδοποιητικής απειλής όχι απέναντι στον Άξονα και των συμμάχων του αλλά απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, την δύναμη που θα αποτελούσε πλέον το αντίπαλο δέος των ΗΠΑ. Μετά τη Διάσκεψη της Γιάλτας, η διεύρυνση της σοβιετικής σφαίρας επιρροής στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη είχε προκαλέσει αβεβαιότητα στις δυτικές δυνάμεις.
Η διπλωματική αλληλογραφία της εποχής αποτυπώνει την πραγματικότητα. Ένα τηλεγράφημα του Ουίνστον Τσόρτσιλ προς τον Τρούμαν τον Μάιο του 1945 έδειχνε πως η Δύση ανησυχούσε για τη δημογραφική και στρατιωτική υπεροχή της Μόσχας στην ηπειρωτική Ευρώπη. Η ατομική βόμβα αποτέλεσε τον καταλύτη που θα επανέφερε την ισορροπία ισχύος υπέρ της Ουάσινγκτον, επισκιάζοντας τις σοβιετικές νίκες στην Ασία και θέτοντας τους όρους του μεταπολεμικού κόσμου.
Εκατοντάδες χιλιάδες αθώοι «πλήρωσαν»
Η ακριβής καταγραφή των θυμάτων στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι παραμένει αδύνατη. Σύμφωνα όμως με ιστορικά δεδομένα όπως εκείνα της Britannica, τη στιγμή της έκρηξης στη Χιροσίμα, το ωστικό κύμα και η ακραία θερμότητα στοίχισαν τη ζωή σε 70.000 έως 80.000 ανθρώπους, αριθμός που διπλασιάστηκε στις 140.000 μέχρι το τέλος του χρόνου λόγω εγκαυμάτων και οξέος συνδρόμου ραδιενέργειας.
Στο Ναγκασάκι, η μορφολογία του εδάφους συγκράτησε κάπως την εξάπλωση, με τους άμεσους θανάτους να φτάνουν τις 40.000 και τον συνολικό απολογισμό του πρώτου έτους τις 74.000.
Εν τέλει, μέχρι τα τέλη του 1945 οι απώλειες άγγιξαν τον αδιανόητο αριθμό των 210.000 νεκρών, ενώ στα χρόνια που ακολούθησαν έως το 1950, οι θάνατοι ξεπέρασαν τις 300.000 εξαιτίας της λευχαιμίας και των καρκίνων.
Το 90% των θυμάτων ήταν άμαχοι, ενώ οι επιζώντες, γνωστοί ως Hibakusha, έφεραν για δεκαετίες τα ανεξίτηλα σωματικά και ψυχικά τραύματα της.