Μετά από δύο χρόνια κατά τα οποία το Ισραήλ εξαπέλυσε στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον αντιπάλων του σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου φαίνεται να στρέφει πλέον την προσοχή του προς την Τουρκία. Η εξέλιξη αυτή σημειώνεται την ώρα που βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ιδιαίτερα απαιτητική προεκλογική περίοδο, με βασικό στόχο την επανεκλογή του.
Την Τρίτη, ισραηλινά πολεμικά αεροσκάφη έπληξαν στρατιωτικό αεροδρόμιο στη βορειοδυτική Συρία, θέτοντάς το εκτός λειτουργίας. Η επίθεση πραγματοποιήθηκε λίγο μετά την επίσκεψη επίσημης τουρκικής αντιπροσωπείας στην περιοχή.
Ο Νετανιάχου υποστήριξε ότι η Άγκυρα επιχειρούσε να δημιουργήσει στρατιωτική παρουσία στη Συρία, παρά τις προειδοποιήσεις που είχε απευθύνει το Ισραήλ. Η τουρκική πλευρά, ωστόσο, απέρριψε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό.
Στο ίδιο κλίμα, ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Ισραέλ Κατς, κατηγόρησε σήμερα τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι «εμπλέκεται σε επικίνδυνες περιπέτειες στη Συρία». Παράλληλα, προειδοποίησε ότι «το Ισραήλ δεν θα επιτρέψει σε καμία οντότητα να απειλήσει την ασφάλειά του».
Η Τουρκία έχει βρεθεί, άλλωστε, στο επίκεντρο και της προεκλογικής ρητορικής του Νετανιάχου. Σε προεκλογικό υλικό χρησιμοποιούνται φωτογραφίες αρκετών ξένων ηγετών, μεταξύ των οποίων και ο Ερντογάν, συνοδευόμενες από το σύνθημα: «Θέλουν να χάσει ο Νετανιάχου».
Οι σχέσεις Άγκυρας και Τελ Αβίβ έχουν επιδεινωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Ο Ερντογάν έχει ασκήσει σφοδρή κριτική στην ισραηλινή στρατιωτική επιχείρηση στη Γάζα, ενώ η ένταση αυξήθηκε ακόμη περισσότερο μετά την αναχαίτιση από ισραηλινές δυνάμεις στολίσκου που είχε αναχωρήσει από την Τουρκία με προορισμό τη Γάζα, μεταφέροντας ανθρωπιστική βοήθεια.
Η Τουρκία, πάντως, διαφέρει σημαντικά από άλλες χώρες της περιοχής που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο της ισραηλινής κυβέρνησης. Αποτελεί μέλος του ΝΑΤΟ και διατηρεί στενές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μάλιστα, ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Άγκυρα καταδίκασε τις ισραηλινές επιθέσεις εναντίον της αεροπορικής βάσης στη Συρία.
Παρά την πολιτική αντιπαράθεση, οι δύο χώρες εξακολουθούν να έχουν εμπορικούς δεσμούς. Η Τουρκία ήταν η πρώτη χώρα με κατά κύριο λόγο μουσουλμανικό πληθυσμό που αναγνώρισε το κράτος του Ισραήλ και οι εμπορικές σχέσεις τους παρέμειναν σε ισχύ, ακόμη και όταν η Άγκυρα δήλωνε, κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα, ότι επιθυμεί τη διακοπή τους.
Ο Γιαΐρ Γκολάν, επικεφαλής των κεντροαριστερών Δημοκρατών και σημαντική προσωπικότητα της ισραηλινής αντιπολίτευσης, χαρακτήρισε την ισραηλινή επίθεση στη Συρία «προκλητική και επικίνδυνη».
Όπως ανέφερε, η συγκεκριμένη πολιτική «μας φέρνει κοντά σε μία σύγκρουση με την Τουρκία και επιδεινώνει το ρήγμα με τους συμμάχους και πρώτα απ’ όλα με τις Ηνωμένες Πολιτείες». Κατά τον ίδιο, «για μία ακόμη φορά, η στρατιωτική ισχύς χρησιμοποιείται για να απαντήσει σε πολιτικούς υπολογισμούς».
Η σκληρή στάση απέναντι στον Ερντογάν δεν περιορίζεται στον στενό κύκλο του Νετανιάχου. Ο Τούρκος πρόεδρος έχει επιτρέψει σε στελέχη της ηγεσίας της Χαμάς να διαμένουν στην Τουρκία, γεγονός που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στο Ισραήλ.
Νωρίτερα μέσα στη χρονιά, ο πρώην πρωθυπουργός και στέλεχος της κεντροδεξιάς αντιπολίτευσης Ναφτάλι Μπένετ είχε κατηγορήσει τον Νετανιάχου ότι παραμερίζει «τη νέα τουρκική απειλή», επικεντρώνοντας την πολιτική του σχεδόν αποκλειστικά στο Ιράν.
Η ερευνήτρια του Institute for National Security Studies του Τελ Αβίβ, Gallia Lindenstrauss, εκτιμά ότι η παρουσία της Χαμάς στην Τουρκία ενισχύει τις ισραηλινές ανησυχίες πως η Άγκυρα θα μπορούσε να επιτρέψει και σε άλλες ένοπλες οργανώσεις να δραστηριοποιηθούν από τη Συρία, δημιουργώντας μελλοντικά κινδύνους για την ισραηλινή ασφάλεια.
Ταυτόχρονα, επισημαίνει ότι το Ισραήλ, έχοντας δημιουργήσει «ζώνη ασφαλείας» στα υψίπεδα του Γκολάν στη νότια Συρία, έχει σε μεγάλο βαθμό κοινά συμφέροντα με την Τουρκία όσον αφορά τις εξελίξεις στο βόρειο τμήμα της χώρας.
«Ο Νετανιάχου παίζει το αντιτουρκικό χαρτί. Πιστεύω ότι θεωρεί ότι είναι κάτι γύρω από το οποίο μπορεί να συνασπίσει τη βάση του», σημειώνει.
Σύμφωνα με την Gönül Tol, ερευνήτρια του Middle East Institute στην Ουάσινγκτον, ο Νετανιάχου δέχεται στο εσωτερικό του Ισραήλ κριτική επειδή δεν έχει πετύχει τους στόχους που είχε θέσει όταν ξεκίνησε τις πολεμικές επιχειρήσεις. Όπως επισημαίνει, δεν κατάφερε ούτε να καταστρέψει την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν ούτε να εξαλείψει τη Χαμάς.
Η ίδια εκτιμά ότι οποιαδήποτε νέα άμεση ισραηλινή ενέργεια εναντίον της Τουρκίας θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα και στην Ουάσινγκτον, παρά το γεγονός ότι ο Ερντογάν διαθέτει αρκετούς αντιπάλους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια τέτοια εξέλιξη, σύμφωνα με την Tol, θα μπορούσε να ενισχύσει την εικόνα του Νετανιάχου ως ενός «απερίσκεπτου ηγέτη, έτοιμου να κάνει τα πάντα για να αγκιστρωθεί στην εξουσία».
Η Τουρκία, από την πλευρά της, επιλέγει μέχρι στιγμής να χαμηλώνει τους τόνους. Η Tol θεωρεί ότι η τουρκική διάψευση των ισραηλινών ισχυρισμών λειτουργεί ως μέσο αποκλιμάκωσης.
«Ο Ερντογάν θα μπορούσε θαυμάσια να τραβήξει το σκοινί και να δηλώσει “Θα επιτεθούμε, θα απαντήσουμε”, αλλά δεν το κάνει», υπογραμμίζει.
Για την Τουρκία, το ενδιαφέρον για τη Συρία έχει ιστορικά συνδεθεί κυρίως με την αντιμετώπιση του κουρδικού αυτονομισμού, καθώς η παρουσία του κουρδικού κινήματος εκτείνεται και στις δύο πλευρές των συνόρων.
Σήμερα, ωστόσο, οι τουρκικές προτεραιότητες είναι ευρύτερες. Όπως εξηγεί η Gönül Tol, η Άγκυρα επιδιώκει την οικονομική ανάκαμψη της Συρίας, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την επιστροφή των Σύρων προσφύγων που βρίσκονται στο τουρκικό έδαφος. Παράλληλα, επιδιώκει να εξασφαλίσει έναν σταθερό περιφερειακό σύμμαχο απέναντι στο μπλοκ Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ στην ανατολική Μεσόγειο.
Η Άγκυρα έχει στηρίξει τον νέο πρόεδρο της Συρίας, Αχμαντ αλ-Σαρά, ο οποίος στο παρελθόν είχε συνδεθεί με τζιχαντιστικές οργανώσεις και ηγήθηκε του συνασπισμού ένοπλων ομάδων που οδήγησε στην ανατροπή του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσαντ, βάζοντας τέλος σε έναν εμφύλιο πόλεμο διάρκειας 13 ετών.
Για τη Συρία, το μεγάλο ζητούμενο είναι να πάψει να λειτουργεί ως πεδίο αντιπαράθεσης τρίτων χωρών, υποστηρίζει ο συγγραφέας και ερευνητής από τη Δαμασκό Maher Tamran.
Όπως σημειώνει, η χώρα θα πρέπει να αξιοποιήσει την αντιπαράθεση μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ προς όφελός της, προκειμένου να αποκαταστήσει και να ενισχύσει τη δική της κυριαρχία.
