Ένα μάλλον ξεχασμένο και εξαφανισμένο από τη σύγχρονη διατροφή είδος κρέατος, επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, καθώς οι ειδικοί αναδεικνύουν την μεγάλη θρεπτική αξία του, αφού είναι πλούσιο σε βιταμίνες, μέταλλα και πρωτεΐνες υψηλής ποιότητας.
Πρόκειται για τα εντόσθια και τα όργανα ζώων, τα οποία παλαιότερα ήταν βασικό υλικό σε πολλές κουζίνες, εξαφανίστηκαν σταδιακά όμως από χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ, δίνοντας τη θέση τους σε πιο άπαχα κομμάτια κρέατος. Συνεχίζουν πάντως να χρησιμοποιούνται σε πολλές παραδοσιακές κουζίνες ανά τον κόσμο.
Τα εντόσθια, από μοσχάρια, αρνιά, κατσίκια, χοίρους, κοτόπουλα και πάπιες θεωρούνται εξαιρετικά ωφέλιμα, καθώς περιέχουν άφθονες βιταμίνες του συμπλέγματος Β, συμπεριλαμβανομένης της βιταμίνης B12 και του φυλλικού οξέος, πολύτιμα μέταλλα, όπως σίδηρο, μαγνήσιο, σελήνιο και ψευδάργυρο, καθώς και τις λιποδιαλυτές βιταμίνες A, D, E και K.
Σύμφωνα με την Κλινική Παχυσαρκίας του Λονδίνου (London Obesity Clinic), αρκετά από αυτά τα μέταλλα προσφέρουν σημαντικά οφέλη στην υγεία, καθώς έχουν αντιοξειδωτική δράση, προλαμβάνουν την αναιμία, θωρακίζουν το ανοσοποιητικό σύστημα, συμβάλλουν στην επούλωση των πληγών, αποτελούν εξαιρετική πηγή πρωτεΐνης υψηλής βιολογικής αξίας.
Μεταξύ των πιο θρεπτικών τροφών, τα εντόσθια κατέλαβαν μια από τις πρώτες θέσεις, δίπλα στα σκουροπράσινα φυλλώδη λαχανικά, τα ψάρια, τα δίθυρα κοχύλια (όπως τα στρείδια και οι αψίδες) και τα αυγά.

Τα είδη που καταναλώνονται πιο συχνά είναι το συκώτι, η γλώσσα, η καρδιά, νεφροί, μυαλά που θεωρείται εκλεκτός μεζές σε πολλές κουζίνες και είναι πλούσιο σε ωμέγα-3 λιπαρών οξέων.
Σύμφωνα με επιστημονικό άρθρο του έγκριτου ιστότοπου υγείας Healthline, το οποίο επιμελήθηκε η Kathy W. Warwick (αναγνωρισμένη διαιτολόγος με πάνω από 35 χρόνια εμπειρίας), η θρεπτική αξία των εντοσθίων ξεπερνά σε πολλά σημεία το κλασικό κρέας (μυϊκός ιστός).
Παρά πάντως τα τεράστια οφέλη τους, τα εντόσθια περιέχουν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα χοληστερόλης σε σύγκριση με τα άπαχα κομμάτια κρέατος, ανεξάρτητα από το ζώο προέλευσης.
