Ο ιός του Δυτικού Νείλου βρίσκεται πλέον σε φάση πλήρους εξάρσεως. Τα εργαστήρια δέχονται ολοένα περισσότερα ύποπτα δείγματα, ενώ οι ειδικοί εκτιμούν ότι η πραγματική διασπορά ξεπερνά κατά πολύ τα επίσημα στοιχεία.
Μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί 157 κρούσματα. Ο αριθμός αυτός, όμως, αποτυπώνει μόνο ένα τμήμα της πραγματικότητας. Όπως δήλωσε στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ ο καθηγητής Επιδημιολογίας Γκίκας Μαγιορκίνης, τα πραγματικά περιστατικά ενδέχεται να είναι τουλάχιστον δεκαπλάσια, ίσως και πολύ περισσότερα.
Οι περισσότεροι μολυσμένοι είτε παραμένουν ασυμπτωματικοί είτε περνούν την λοίμωξη τόσο ήπια, ώστε δεν προσφεύγουν σε γιατρό ή εργαστήριο.
Την ίδια περίοδο, ο καθηγητής Μικροβιολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Αθανάσιος Τσακρής, μιλώντας στην ΕΡΤ, επιβεβαίωσε ότι τα εξειδικευμένα εργαστήρια δέχονται μεγάλο όγκο δειγμάτων και ότι σημαντικό ποσοστό αυτών αποδεικνύεται θετικό. Ιδιαίτερα αυξημένη δραστηριότητα παρατηρείται στην Ανατολική Αττική.
Η εικόνα στα εργαστήρια αποτελεί σήμερα έναν από τους πιο αξιόπιστους δείκτες της εξάπλωσης.
«Ο αριθμός των δειγμάτων που έρχεται είναι αρκετά μεγάλος και ο αριθμός των θετικών δειγμάτων είναι σημαντικός», τόνισε ο Αθανάσιος Τσακρής στην ΕΡΤ, σημειώνοντας ότι το φαινόμενο αντανακλά την ενίσχυση της κυκλοφορίας του ιού τις τελευταίες εβδομάδες.
Τα ύποπτα δείγματα αποστέλλονται από τα νοσοκομεία σε εξειδικευμένα εργαστήρια. Εκεί πραγματοποιείται έλεγχος αντισωμάτων στο αίμα ή στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, καθώς και μοριακή ανίχνευση του γενετικού υλικού του ιού. Σύμφωνα με τον καθηγητή, οι νοσοκομειακές μονάδες μπορούν να λάβουν απάντηση ακόμη και εντός της επόμενης ημέρας, επιτρέποντας ταχύτερη επιβεβαίωση.
«Δεκαπλάσια, να μην πούμε εκατονταπλάσια»
Το κρίσιμο σημείο παραμένει ότι τα 157 καταγεγραμμένα κρούσματα δεν αντιστοιχούν στο σύνολο των μολύνσεων.
Ο Γκίκας Μαγιορκίνης, στο ERTnews Radio, εκτίμησε ότι ο πραγματικός αριθμός είναι σημαντικά μεγαλύτερος: «Σκεφτείτε τουλάχιστον δεκαπλάσια, να μην πούμε εκατονταπλάσια». Πολλοί άνθρωποι, εξήγησε, δεν θα μάθουν ποτέ ότι ήρθαν σε επαφή με τον ιό, είτε επειδή δεν εμφανίζουν συμπτώματα είτε επειδή η λοίμωξη είναι πολύ ήπια.
Γι’ αυτό η επιδημιολογική εικόνα δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στα επίσημα επιβεβαιωμένα περιστατικά.
Ο ιός μεταδίδεται κυρίως μέσω τσιμπήματος μολυσμένου κουνουπιού. Ο χρόνος επώασης κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 2 και 6 ημερών. Όταν εμφανίζονται συμπτώματα, τα συχνότερα είναι πυρετός, πονοκέφαλος, μυαλγίες και γενική κακουχία. Σε μικρότερο ποσοστό μπορεί να προσβληθεί το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, με σοβαρότερη κλινική εικόνα. Οι νευρολογικές εκδηλώσεις ενδέχεται να εμφανιστούν αργότερα και αποτελούν τη μεγαλύτερη ανησυχία των γιατρών.
Νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι ο κίνδυνος βαριάς νόσησης δεν είναι ίδιος για όλους. Μελέτη 12ετίας στις ΗΠΑ, που δημοσιεύθηκε στο JAMA, κατέγραψε μεγαλύτερη πιθανότητα σοβαρής νόσησης στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες. Αυξημένο κίνδυνο φαίνεται να αντιμετωπίζουν επίσης άτομα με χρόνια νεφρική νόσο, υπέρταση, προηγούμενο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, αιματολογικές κακοήθειες, ανοσοκαταστολή, σκλήρυνση κατά πλάκας ή διαταραχές που σχετίζονται με κατάχρηση αλκοόλ.
Η μεγαλύτερη συγκέντρωση περιστατικών εντοπίζεται αυτή την περίοδο στην Ανατολική Αττική, όπου συνεχίζονται οι παρεμβάσεις καταπολέμησης των κουνουπιών. Οι ειδικοί τονίζουν ότι η έξαρση δεν έχει ολοκληρώσει ακόμη τον κύκλο της και ότι η αυξημένη κυκλοφορία του ιού αναμένεται να συνεχιστεί και τις επόμενες εβδομάδες.
Το βασικό μήνυμα παραμένει σαφές: η εικόνα που αποτυπώνεται στα εργαστήρια δείχνει ευρύτερη διασπορά από εκείνη που καταγράφεται επίσημα. Για τους περισσότερους η λοίμωξη θα περάσει απαρατήρητη ή με ήπια συμπτώματα. Ωστόσο, η επόμενη περίοδος απαιτεί αυξημένη επιτήρηση, ιδίως για τις ομάδες που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρής νόσησης.

