Ενα από τα μεγαλύτερα πλήγματα των τελευταίων δεκαετιών ετοιμάζεται να δεχτεί η Θεσσαλία μέσα από τις ρυθμίσεις του νέου ειδικού χωροταξικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, που έχει τεθεί εδώ και λίγες ημέρες σε ισχύ.
Το νέο πλαίσιο, το οποίο σχεδίασε και θεσμοθέτησε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, ορίζει ως ανώτατο όριο κάλυψης γης από νέες φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις το 1,5% της συνολικής έκτασης κάθε περιφερειακής ενότητας, με στόχο, όπως αναφέρεται, την προστασία του τοπίου, της αγροτικής γης και της ισορροπίας των τοπικών χρήσεων.
Μόνο που ο διάβολος κρύβεται ακόμα μία φορά στις λεπτομέρειες. Η συνολική έκταση της Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας φτάνει τα 5.400.000 στρέμματα, κάτι που σημαίνει ότι το 1,5% αντιστοιχεί σε περίπου 80.000 στρέμματα φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων! Σε επίπεδο Περιφέρειας Θεσσαλίας, τώρα, που καταλαμβάνει συνολική έκταση 14.000.000 στρεμμάτων, το αντίστοιχο ποσοστό μεταφράζεται σε περίπου 210.000 στρέμματα! Πρόκειται, όπως προκύπτει από τους υπολογισμούς, για έκταση 5,5 φορές μεγαλύτερη από αυτή που καταλαμβάνουν μαζί οι τέσσερις μεγάλες πόλεις της περιφέρειας: η Λάρισα, ο Βόλος, τα Τρίκαλα και η Καρδίτσα.
Στα χαρτιά, λοιπόν, το 1,5% μοιάζει μικρό ποσοστό. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για τεράστιο νούμερο, όπως τόνισε στην εφημερίδα «Ελευθερία» της Λάρισας ο καθηγητής Πολεοδομίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Νίκος Μπελαβίλας. Τα 210.000 στρέμματα αποτελούν μεν απλώς το ανώτατο όριο που προβλέπει το Χωροταξικό των ΑΠΕ για νέους φωτοβολταϊκούς σταθμούς, ωστόσο το μέγεθος του δυνητικού αποτυπώματος προκαλεί πολύ μεγάλο προβληματισμό για τη μετατροπή της Θεσσαλίας από μια αγροτική περιοχή σε έναν κάμπο σπαρμένο με φωτοβολταϊκά.
Η αγροτική παραγωγή αποτελεί βασικό τμήμα της οικονομικής και κοινωνικής φυσιογνωμίας της περιοχής και η μετατροπή αγροτικής γης σε ενεργειακή χρήση δεν είναι απλώς μια αλλαγή χρήσης γης, αλλά ενδεχομένως αλλαγή του ίδιου του παραγωγικού μοντέλου. Η εγκατάσταση ενός φωτοβολταϊκού πάρκου μπορεί να αποτελεί για έναν ιδιοκτήτη γης μια οικονομικά συμφέρουσα επιλογή, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος παραγωγής και η αβεβαιότητα πιέζουν το αγροτικό εισόδημα. Για τον κ. Μπελαβίλα, όμως, η ατομική, οικονομική επιλογή δεν αρκεί για να απαντήσει στο συλλογικό ερώτημα: ποια θα είναι η παραγωγική ταυτότητα του Κάμπου εάν σημαντικές εκτάσεις περάσουν σταδιακά από την αγροτική παραγωγή στην ενεργειακή χρήση;

Ο έμπειρος καθηγητής περιγράφει ένα σύστημα στο οποίο συνυπάρχουν μικρότεροι τοπικοί επενδυτές και μεγαλύτερες ενεργειακές επιχειρήσεις, με διαφορετικό μέγεθος κεφαλαίων, αλλά κοινό ενδιαφέρον για την εξασφάλιση εκτάσεων. Μιλά για ένα οριζόντιο πάρτι εταιριών, εργολάβων και κερδοσκόπων της αγοράς ενέργειας όχι μόνο στον θεσσαλικό κάμπο, αλλά σε ολόκληρη τη χώρα.
