• Η υπόθεση της Παναγίας Σουμελά, όπως αποτυπώνεται σήμερα από τη «δημοκρατία», θα μπορούσε, αν εξεταζόταν μόνη της, να αντιμετωπιστεί ως ακόμη μία εκδήλωση της γνωστής τουρκικής πολιτικής απέναντι σε μνημεία με ιδιαίτερο ιστορικό και θρησκευτικό βάρος για τον Ελληνισμό. Μόνο που δεν συμβαίνει σε πολιτικό κενό. Και αυτό ακριβώς την κάνει σοβαρότερη…
- Του Ανδρέα Καψαμπέλη
• Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα η Αθήνα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διαδοχή κινήσεων και αμφισβητήσεων: θαλάσσια πάρκα που εντάσσονται από την Αγκυρα στη δική της αντίληψη για το Αιγαίο, επαναφορά αναθεωρητικών χαρτών και της «Γαλάζιας Πατρίδας», πίεση γύρω από την Κάσο και την ηλεκτρική διασύνδεση, στρατιωτικές κινήσεις στα μικρασιατικά παράλια και τώρα νέες εντάσεις γύρω από εμβληματικά μνημεία της Ορθοδοξίας…
• Το ότι καθένα από αυτά αποτελεί μέρος ενός ενιαίου σχεδίου είναι προφανές. Η συνεχής συσσώρευση επεισοδίων, διεκδικήσεων και συμβολικών κινήσεων παράγει πάντως αποτέλεσμα ακόμη και χωρίς κάποιο κεντρικό «σενάριο». Μετακινεί σταδιακά το όριο του αποδεκτού, δοκιμάζει αντιδράσεις και εξοικειώνει τρίτους με μια νέα πραγματικότητα, στην οποία η Τουρκία εμφανίζεται να διευρύνει συνεχώς το πεδίο των απαιτήσεών της…
• Την ίδια στιγμή, σε διαφορετικό βεβαίως πεδίο, η υπόθεση της Μονής Αγίας Αικατερίνης στο Σινά υπενθυμίζει πόσο εύκολα ζητήματα ιστορικής και θρησκευτικής κληρονομιάς μπορούν να αποκτήσουν ξαφνικά διπλωματικές διαστάσεις. Δεν πρόκειται για όμοιες υποθέσεις. Δημιουργούν όμως ένα κοινό πολιτικό ερώτημα για την Αθήνα: με ποια στρατηγική προστατεύει τα ελληνικά και ορθόδοξα σημεία αναφοράς όταν αυτά βρίσκονται εκτός ελληνικής επικράτειας;
• Και αυτό δεν είναι δευτερεύον ζήτημα. Η ιστορική παρουσία, η πολιτιστική κληρονομιά και τα θρησκευτικά μνημεία δεν είναι απλές αναμνήσεις ενός παρελθόντος χωρίς πολιτική σημασία. Είναι στοιχεία ήπιας ισχύος, διεθνούς παρουσίας και εθνικής συνέχειας. Οταν πλήττονται ή αμφισβητούνται, η απάντηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε τυπικές δηλώσεις διαμαρτυρίας…
• Στην περίπτωση της Τουρκίας το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό. Διότι η μία κίνηση προστίθεται στην άλλη και κάποια στιγμή η επίκληση της ανάγκης για «ήρεμα νερά» παύει να αποτελεί επαρκή απάντηση. Χρειάζεται λοιπόν μια καθαρή γραμμή που να δείχνει πού ακριβώς βρίσκονται τα όρια της ελληνικής ανοχής και ποιες κινήσεις προκαλούν πραγματικό διπλωματικό κόστος στην άλλη πλευρά. Διαφορετικά, κάθε επόμενη τουρκική ενέργεια θα ξεκινά από το σημείο όπου σταμάτησε η προηγούμενη.
• Το κρίσιμο θέμα δεν είναι αν καθεμία από αυτές τις κινήσεις μπορεί να εξηγηθεί χωριστά. Το κρίσιμο είναι τι εικόνα σχηματίζεται όταν τις βάλει κανείς όλες μαζί. Και κυρίως ποια εικόνα σχηματίζει η Αγκυρα για τα περιθώρια που της αφήνει η Αθήνα. Αν η απάντηση είναι ότι κάθε νέα πρόκληση αντιμετωπίζεται απλώς ως ακόμη ένα «μεμονωμένο περιστατικό», τότε το πραγματικό πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην επιθετικότητα της άλλης πλευράς, αλλά και στην αδυναμία (ή κάτι παραπάνω) της ελληνικής πολιτικής να δει εγκαίρως το σύνολο της εικόνας…
Από τη στήλη «Ο κοριός» της «δημοκρατίας»

