Του Δρ. Νικόλαου Γιαννόπουλου*
Ένα παράδοξο διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Η Νέα Δημοκρατία κυβερνά με άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και εξακολουθεί να προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Την ίδια στιγμή, ένα σημαντικό μέρος της πολιτικής και κοινωνικής Δεξιάς αισθάνεται ότι δεν εκπροσωπείται από την κυβέρνηση που φέρει το ιστορικό όνομα της παράταξης.
Αυτή η αντίφαση δεν εξηγείται ως αποτέλεσμα μιας προσωπικής σύγκρουσης ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και στον Αντώνη Σαμαρά. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο και αφορά τη φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας, τη σχέση της με την κοινωνική της βάση και, κυρίως, το είδος της πολιτικής που ασκεί.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος κατέχει σήμερα την κομματική σφραγίδα, αλλά ποιος εκφράζει τις αξίες, τις ανησυχίες και τις προσδοκίες των ανθρώπων που συγκρότησαν ιστορικά την Κεντροδεξιά στην Ελλάδα.
Η Δεξιά δεν αποτελεί μια απλή εκλογική κατηγορία. Δεν είναι ένας χώρος που ενεργοποιείται λίγο πριν από τις κάλπες και διαλύεται μόλις σχηματιστεί κυβέρνηση. Διαθέτει συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικές αναφορές. Συνδέεται με την εθνική κυριαρχία, την ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή, την οικογένεια, την παραγωγή, την περιφερειακή Ελλάδα και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς του κράτους.
Η ελληνική κοινωνική Δεξιά συγκροτήθηκε από ανθρώπους που δεν ζητούσαν προνόμια. Ζητούσαν σταθερότητα, εργασία, τάξη, εθνική αξιοπρέπεια και τη δυνατότητα να δημιουργήσουν κάτι που θα παραδώσουν στα παιδιά τους. Αγρότες, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, ελεύθεροι επαγγελματίες, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, οικογενειάρχες και κάτοικοι της περιφέρειας αποτέλεσαν τον κοινωνικό κορμό της.
Ποιος τους εκπροσωπεί σήμερα;
Η σημερινή Νέα Δημοκρατία διατήρησε το όνομα, τα σύμβολα και ένα μέρος του εκλογικού μηχανισμού της ιστορικής παράταξης. Μετέβαλε όμως σταδιακά το πολιτικό της περιεχόμενο. Η μετατόπιση αυτή δεν έγινε μέσα από ένα συνέδριο στο οποίο παρουσιάστηκε καθαρά μια νέα ιδεολογική κατεύθυνση. Προέκυψε μέσα από την κυβερνητική πρακτική, τις επιλογές προσώπων και την αλλαγή των πολιτικών προτεραιοτήτων.
Στελέχη που συνδέθηκαν με την περίοδο Σημίτη απέκτησαν κεντρικό ρόλο. Η τεχνοκρατική διαχείριση αντικατέστησε την πολιτική συζήτηση. Η έννοια της αποτελεσματικότητας αποσυνδέθηκε σταδιακά από την έννοια του εθνικού σκοπού. Η παράταξη άρχισε να αντιμετωπίζει την ιστορική της βάση περισσότερο ως δεδομένη εκλογική δεξαμενή και λιγότερο ως κοινότητα αξιών.
Ο ψηφοφόρος της Κεντροδεξιάς κλήθηκε να αποδεχθεί αυτή τη μετάλλαξη στο όνομα της κυβερνητικής σταθερότητας. Κάθε διαφοροποίηση παρουσιάστηκε ως εσωστρέφεια και κάθε ανησυχία για τα εθνικά θέματα χαρακτηρίστηκε υπερβολική. Κάθε αναφορά στην παραδοσιακή ταυτότητα της παράταξης αντιμετωπίστηκε ως επιστροφή στο παρελθόν.
Η πολιτική, όμως, δεν μπορεί να λειτουργεί για πάντα με το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή. Δεν ισχύει το Μητσοτάκης ή χάος.
Η απομάκρυνση φαίνεται καθαρά στα εθνικά θέματα. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής Δεξιάς παρακολουθεί με ανησυχία την πολιτική των «ήρεμων νερών», ενώ η Τουρκία δεν εγκαταλείπει καμία από τις διεκδικήσεις της. Αντίθετα, τις διευρύνει, ενισχύοντας την αμυντική της βιομηχανία, προωθεί το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και επιδιώκει να μετατρέψει τις μονομερείς απαιτήσεις της σε αντικείμενο διμερούς διαπραγμάτευσης.
Η ελληνική κυβέρνηση παρουσιάζει την απουσία έντασης ως απόδειξη επιτυχίας. Ωστόσο, η ηρεμία δεν αποτελεί στρατηγικό αποτέλεσμα όταν ο άλλος συνεχίζει να βελτιώνει τη θέση του. Η αποκλιμάκωση έχει αξία μόνο όταν δεν περιορίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα και δεν δημιουργεί σιωπηρές δεσμεύσεις για το μέλλον.
Ο Αντώνης Σαμαράς διαφοροποιήθηκε με σαφήνεια. Επέμεινε ότι ο διάλογος με την Τουρκία δεν μπορεί να διεξάγεται μέσα σε περιβάλλον συνεχών απειλών. Προειδοποίησε ότι η πολιτική της διαρκούς κατευναστικής προσαρμογής δεν μειώνει τον αναθεωρητισμό της Άγκυρας, αντίθετα, τον ενθαρρύνει.
Αυτή η θέση δεν αποτελεί πολεμική ρητορική αλλά εκφράζει μια θεμελιώδη αρχή της στρατηγικής. Η ειρήνη προστατεύεται όταν ο αντίπαλος γνωρίζει ότι το κόστος μιας επιθετικής ενέργειας θα είναι μεγαλύτερο από το πιθανό όφελος. Χωρίς αξιόπιστη αποτροπή, η επίκληση της ειρήνης μετατρέπεται σε έκφραση επιθυμίας.
Η απόσταση ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην κοινωνική της βάση δεν περιορίζεται στα εθνικά ζητήματα και είναι εμφανής και στην καθημερινή οικονομία.
Η κυβέρνηση προβάλλει τους δημοσιονομικούς δείκτες, την ανάπτυξη και την επενδυτική βαθμίδα. Για τον μικρομεσαίο, όμως, η οικονομία μετριέται διαφορετικά. Μετριέται στο κόστος της ενέργειας, στο ενοίκιο, στις ασφαλιστικές εισφορές, στη φορολογία και στη δυνατότητα να διατηρήσει την επιχείρησή του. Πολύ περισσότερο, μετριέται στην αγωνία για το αν τα παιδιά του θα μπορέσουν να ζήσουν στον τόπο όπου γεννήθηκαν.
Η περιφέρεια αντιμετωπίζει ακόμη εντονότερα προβλήματα. Χωριά ερημώνουν, γεωργικές εκμεταλλεύσεις εγκαταλείπονται και βασικές δημόσιες υπηρεσίες απομακρύνονται. Η συγκέντρωση οικονομικής δραστηριότητας στα μεγάλα αστικά κέντρα δημιουργεί μια Ελλάδα δύο διαφορετικών ταχυτήτων.
Για την κοινωνική Δεξιά, η ιδιοκτησία, η παραγωγή και η οικονομική αυτονομία του πολίτη δεν είναι αφηρημένες οικονομικές έννοιες. Αποτελούν προϋποθέσεις προσωπικής ελευθερίας. Όταν ο πολίτης εξαρτάται διαρκώς από επιδόματα και προσωρινές κρατικές ενισχύσεις, η κοινωνία δεν γίνεται ισχυρότερη. Γίνεται περισσότερο ευάλωτη.
Το δημογραφικό αποκαλύπτει ίσως με τον πιο σκληρό τρόπο την απουσία μακροχρόνιας εθνικής στρατηγικής. Η Ελλάδα γερνά και συρρικνώνεται. Οι νέοι καθυστερούν ή εγκαταλείπουν τη δημιουργία οικογένειας, επειδή δεν διαθέτουν σταθερή εργασία, προσιτή κατοικία και εμπιστοσύνη στο μέλλον.
Η οικογένεια τιμάται συχνά στις κυβερνητικές ομιλίες. Στην πράξη, όμως, η στήριξή της περιορίζεται σε αποσπασματικές ενισχύσεις και δεν υπάρχει ακόμη ένα συνεκτικό πλαίσιο που θα συνδέει το εισόδημα, τη στέγη, τη φορολογία, την αποκέντρωση και την προστασία της μητρότητας. Μια παράταξη που θέλει να εκφράζει την κοινωνική Δεξιά δεν μπορεί να βλέπει το δημογραφικό ως ακόμη έναν φάκελο κυβερνητικής πολιτικής. Πρέπει να το αναγνωρίζει ως ζήτημα εθνικής επιβίωσης.
Σε αυτό το πολιτικό περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία η δυνητική δυναμική ενός νέου φορέα υπό τον Αντώνη Σαμαρά. Πρόσφατη δημοσκόπηση της Interview κατέγραψε ότι το 12% των ερωτηθέντων θεωρεί πολύ ή αρκετά πιθανό να ψηφίσει ένα κόμμα με επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό. Το ποσοστό αυτό δεν αποτελεί πρόθεση ψήφου και ασφαλώς δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο εκλογικό αποτέλεσμα. Αποτελεί, όμως, σαφή πολιτική ένδειξη.
Υπάρχει ένα κοινωνικό ακροατήριο που αναζητεί εκπροσώπηση πριν ακόμη παρουσιαστούν κόμμα, πρόγραμμα και ψηφοδέλτια. Αυτοί οι πολίτες δεν ανήκουν αναγκαστικά σε μια ενιαία πολιτική κατηγορία. Τους ενώνει όμως η αίσθηση ότι οι σημερινές επιλογές δεν εκφράζουν τις πραγματικές τους ανησυχίες.
Ο Αντώνης Σαμαράς διαθέτει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που μπορούν να του επιτρέψουν να απευθυνθεί σε αυτό το ακροατήριο. Έχει κυβερνητική εμπειρία και έλαβε δύσκολες αποφάσεις σε συνθήκες οικονομικής και θεσμικής κρίσης. Διατήρησε καθαρές θέσεις στα εθνικά ζητήματα και δεν επιχείρησε να αποκρύψει την πολιτική του ταυτότητα για να γίνει αποδεκτός από τα κυρίαρχα συστήματα επιρροής.
Η δυνατότητα, όμως, δεν αποτελεί από μόνη της πολιτικό αποτέλεσμα. Εάν προχωρήσει στη συγκρότηση νέου φορέα, θα πρέπει να αποδείξει ότι δεν επιχειρεί μια νοσταλγική επιστροφή. Η κοινωνική Δεξιά του σήμερα δεν μπορεί να είναι αντίγραφο του παρελθόντος. Οφείλει να απαντήσει στις ανάγκες της νέας γενιάς, στην τεχνολογική αλλαγή, στην κρίση της κατοικίας, στην παραγωγική υστέρηση και στην ανασφάλεια της εργασίας.
Χρειάζεται επίσης να διαχωριστεί καθαρά από τις εύκολες κραυγές και από έναν ανέξοδο πατριωτισμό που εξαντλείται σε συνθήματα. Η υπεύθυνη Δεξιά δεν φοβάται τον κόσμο, αλλά κατανοεί τους συσχετισμούς του. Δεν αρνείται τις μεταρρυθμίσεις, αλλά τις εντάσσει σε εθνικό σχέδιο και δεν αντιμετωπίζει το κράτος ως κομματικό λάφυρο, αλλά ως εργαλείο προστασίας του δημόσιου συμφέροντος.
Το ερώτημα «ποιος εκφράζει σήμερα τη Δεξιά» δεν απαντάται με κομματικές ταμπέλες αλλά μέσα από τις πολιτικές επιλογές.
Τη Δεξιά εκφράζει εκείνος που υπερασπίζεται την εθνική κυριαρχία χωρίς υπεκφυγές. Εκείνος που στηρίζει την οικογένεια με πραγματικές πολιτικές και που προστατεύει την παραγωγική μεσαία τάξη και την περιφέρεια. Ιδιαίτερα, εκείνος που αντιλαμβάνεται ότι η άμυνα, η παιδεία και το δημογραφικό αποτελούν τμήματα της ίδιας εθνικής στρατηγικής.
Η σημερινή Νέα Δημοκρατία θεωρεί ότι μπορεί να διατηρεί επ’ αόριστον τους δεξιούς ψηφοφόρους, ενώ μετακινεί το πολιτικό της κέντρο βάρους μακριά από αυτούς. Η ιστορία δείχνει ότι καμία παράταξη δεν διατηρεί για πάντα ένα κοινωνικό ακροατήριο που παύει να εκπροσωπεί.
Το πολιτικό κενό υπάρχει ήδη και η τελευταία δημοσκόπηση απλώς το κατέγραψε. Το επόμενο ερώτημα είναι ποιος θα το καλύψει.
Ο Αντώνης Σαμαράς φαίνεται σήμερα να διαθέτει την πολιτική εμπειρία, τις θέσεις και την κοινωνική αναφορά για να δώσει απάντηση. Η τελική κρίση θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις του, από τους ανθρώπους που θα επιλέξει και από το σχέδιο που ενδεχομένως θα παρουσιάσει.
Ένα είναι ήδη βέβαιο. Η πολιτική και κοινωνική Δεξιά δεν εξαφανίστηκε, δεν μετατράπηκε σε μουσειακό κατάλοιπο και δεν έπαψε να έχει απαιτήσεις από την πολιτική.
Παραμένει παρούσα.
Αναζητεί, όμως, ξανά τη φωνή της.
*Αντιστράτηγος ε.α. Ειδικών Δυνάμεων, Διδάκτωρ ΕΚΠΑ, MSc Εφαρμοσμένης Στρατηγικής και Διεθνούς Ασφάλειας