Η Νίκη προχώρησε σήμερα σε ανακοίνωση με την οποία ασκεί δριμεία κριτική στην κυβέρνηση για τη συνεχιζόμενη αύξηση των τιμών στα καύσιμα, ζητώντας εκ νέου άμεση μείωση κατά 50% στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και τον ΦΠΑ, ως το μοναδικό μέτρο που κρίνει ικανό να ανακουφίσει ουσιαστικά νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με το κόμμα, η χώρα μας κατατάσσεται πλέον στην τρίτη θέση της Ευρώπης ως προς το κόστος της βενζίνης, με τις τιμές να κυμαίνονται μεταξύ 2,10 και 2,36 ευρώ ανά λίτρο. Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στο πετρέλαιο κίνησης, όπου ο μέσος όρος διαμορφώνεται στα 2,218 ευρώ, ενώ σε ορισμένα πρατήρια της Αθήνας η τιμή ξεπερνά τα 2,49 ευρώ το λίτρο. Το κόμμα επισημαίνει πως το κόστος είναι ακόμη υψηλότερο στην περιφέρεια και τα νησιά, δημιουργώντας πρόσθετη επιβάρυνση για τους κατοίκους εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζει η Νίκη και για το πετρέλαιο θέρμανσης, του οποίου η τιμή αναμένεται φέτος να αγγίξει το 1,90 ευρώ το λίτρο, έναντι 1,10 ευρώ πέρυσι — μια εξέλιξη που, όπως σημειώνει, θα επιβαρύνει σημαντικά τα νοικοκυριά που προσπαθούν να καλύψουν τις ανάγκες θέρμανσής τους τον χειμώνα.
Στο κείμενο της ανακοίνωσης, το κόμμα χαρακτηρίζει «αργά» τα αντανακλαστικά της κυβέρνησης απέναντι στην ακρίβεια των καυσίμων, κρίνοντας ανεπαρκή τη μέχρι τώρα αντιμετώπιση του προβλήματος. Επικαλούμενη στοιχεία για ετήσια αύξηση 23% στη βενζίνη και 30% στο πετρέλαιο, η Νίκη κατηγορεί τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυβέρνηση για απουσία βούλησης παρέμβασης μέσω μείωσης της φορολογίας στα καύσιμα.
Το κόμμα προχωρά σε ερμηνεία αυτής της στάσης, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση αποφεύγει να θίξει τη φορολογία στα καύσιμα για τρεις λόγους: προκειμένου να διατηρηθούν αμείωτα τα δημόσια έσοδα, προκειμένου να μην επιβαρυνθούν οι ιδιοκτήτες των διυλιστηρίων με ενδεχόμενο πλαφόν στα κέρδη τους, καθώς και προκειμένου να επιδείξει προς τις Βρυξέλλες συμμόρφωση με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κλείνοντας την ανακοίνωσή της, η Νίκη επαναλαμβάνει το αίτημά της για ουσιαστική φορολογική ελάφρυνση, τονίζοντας πως μια τέτοια παρέμβαση θα μπορούσε να τονώσει την αγοραστική δύναμη των πολιτών και να δώσει ανάσα στην καθημερινή οικονομική δραστηριότητα.