Του Απόστολου Αποστόλου*
Ο Μητσοτάκης στην ΕΡΤ μοίρασε ξανά αριθμούς, σταθερότητα και… υποσχέσεις. Για τον πολίτη που ασφυκτιά, όμως, ο λογαριασμός παραμένει απλήρωτος
Άλλη μία συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη. Άλλη μία παράσταση πολιτικής αυτοπεποίθησης. Άλλο ένα βράδυ όπου ο πρωθυπουργός μιλά για μια ισχυρή Ελλάδα, ενώ η Ελλάδα των πολιτών μετράει τα κέρματα μέχρι το τέλος του μήνα.
Γιατί, αν υπάρχει ένας τίτλος που θα μπορούσε να τυπωθεί με τεράστια γράμματα πάνω από κάθε συνέντευξη του πρωθυπουργού, αυτή είναι μία: «Η ισχυρή Ελλάδα των πλεονασμάτων».
Πλεόνασμα εδώ, πλεόνασμα εκεί, πλεόνασμα παραπέρα. Το δημόσιο ταμείο πρέπει να είναι χαρούμενο. Οι αριθμοί πρέπει να χαμογελούν. Οι αγορές πρέπει να αισθάνονται ασφαλείς. Οι τόκοι πρέπει να πληρώνονται και το δημόσιο χρέος να αποπληρώνεται πρόωρα.
Και ο πολίτης;
Α, ο πολίτης ας περιμένει.
Ας περιμένει να τελειώσει η μάχη με το χρέος. Ας περιμένει να ολοκληρωθεί η δημοσιονομική εποποιία. Ας περιμένει μέχρι να γίνει η Ελλάδα υπόδειγμα λογιστικής αρετής. Μέχρι τότε, βεβαίως, μπορεί να πληρώνει ακριβότερα το σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο, την ενέργεια και ό,τι άλλο έχει απομείνει να πληρώνεται.
Η κυβέρνηση βλέπει τους αριθμούς. Ο πολίτης βλέπει τις αποδείξεις.
Και κάπου ανάμεσα στα δύο υπάρχει ένα χάσμα τόσο μεγάλο, ώστε δεν το γεφυρώνει ούτε το πιο αισιόδοξο PowerPoint.
Η οικονομία μπορεί να παράγει πλεονάσματα. Το ερώτημα είναι αν παράγει και ανάσα.
Διότι τι σημασία έχει να πανηγυρίζει το κράτος για τα δημοσιονομικά του μεγέθη, όταν ένα μέρος της κοινωνίας αισθάνεται ότι κάθε μήνας είναι μια μικρή οικονομική πολιορκία;
Και σαν να μην έφτανε η οικονομική αυτοπεποίθηση, ήρθε και το πολιτικό μήνυμα προς το εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας.
Για τον Κώστα Καραμανλή, ο πρωθυπουργός υπενθύμισε ότι δεν βρίσκεται πλέον στο Κοινοβούλιο και ότι ίσως δεν έχει την επιθυμία να παρεμβαίνει. Για τον Αντώνη Σαμαρά ήταν ακόμη πιο καθαρός: «Ό,τι είναι να πω για τον Σαμαρά το είπα. Αν ο Σαμαράς κάνει κόμμα, να με ξαναρωτήσετε».
Με άλλα λόγια: η πόρτα είναι ανοιχτή, αλλά το μαγαζί έχει ιδιοκτήτη.
Και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.
Το μήνυμα προς κάθε επίδοξο «δελφίνο» ήταν ακόμη καθαρότερο. Ο πρωθυπουργός θέλησε να δείξει ότι κρατά το τιμόνι, ότι δεν αισθάνεται απειλούμενος και ότι η συζήτηση για τη διαδοχή είναι μια συζήτηση που δεν τον αφορά σήμερα.
Μόνο που υπάρχει μια λεπτομέρεια.
Όσο περισσότερο κάποιος διαβεβαιώνει ότι δεν είναι αναντικατάστατος, τόσο περισσότερο θυμίζει ότι η συζήτηση περί αντικατάστασης έχει ήδη αρχίσει.
Και πίσω από όλα αυτά υπάρχει η μεγάλη εικόνα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει να εμφανίζεται ως ο εγγυητής της σταθερότητας. Ως ο άνθρωπος που κρατά το κράτος όρθιο, την οικονομία σε τάξη και το τιμόνι σταθερό.
Μόνο που η πολιτική δεν είναι λογιστικό φύλλο.
Δεν είναι μόνο οι τόκοι. Δεν είναι μόνο οι οίκοι αξιολόγησης. Δεν είναι μόνο η πρόωρη αποπληρωμή του χρέους.
Είναι και ο άνθρωπος που στέκεται μπροστά στο ταμείο του σούπερ μάρκετ και κάνει τον λογαριασμό ξανά και ξανά.
Είναι ο νέος που κοιτάζει το ενοίκιο και αναρωτιέται πότε ακριβώς θα μπορέσει να φύγει από το πατρικό.
Είναι η οικογένεια που περιμένει τον επόμενο λογαριασμό με την ίδια αγωνία που κάποτε περίμενε τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
Είμαστε, τελικά, μια χώρα που μπορεί να έχει δημοσιονομικό πλεόνασμα, αλλά και κοινωνικό έλλειμμα.
Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό πρόβλημα της σημερινής κυβέρνησης.
Ότι προσπαθεί να διαχειριστεί τους αριθμούς ενώ η κοινωνία ζητά να διαχειριστεί την πραγματικότητα.
Γιατί μπορεί το κράτος να πανηγυρίζει για το πλεόνασμα. Αλλά όταν ο πολίτης αδειάζει την τσέπη του, το πλεόνασμα παύει να ακούγεται σαν επιτυχία και αρχίζει να ακούγεται σαν ειρωνεία.
Και πίσω από την εικόνα του πρωθυπουργού ως εγγυητή της σταθερότητας, μένει μια δυσάρεστη πολιτική υποψία: Μήπως δεν παρακολουθούμε πλέον τη διαχείριση της ανόδου; Μήπως όμως παρακολουθούμε τη διαχείριση της πτώσης;
*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας


