Σε νέο φιάσκο για την κυβέρνηση οδηγείται η εθελοντική ρύθμιση για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, καθώς οι όροι και οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας αποτρέπουν την ένταξη των οφειλετών στο πλαίσιο. Η προθεσμία εκπνέει στις 30 Σεπτεμβρίου και, με βάση τα έως τώρα δεδομένα, η κυβέρνηση δεν φαίνεται διατεθειμένη να δώσει νέα παράταση.
Η ρύθμιση που έφερε το υπουργείο Οικονομικών και παρουσιάζεται ως… οριστική λύση στο χρόνιο πρόβλημα των δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο είναι προαιρετική και προβλέπει τη μετατροπή του δανείου σε ευρώ, με «κούρεμα» της τρέχουσας ισοτιμίας από 15% έως και 50%, ανάλογα με την οικονομική και κοινωνική κατάσταση του οφειλέτη, και σταθερό επιτόκιο, που κυμαίνεται από 2,30% έως 2,90% για το σύνολο της υπολειπόμενης διάρκειας αποπληρωμής.
Συγκεκριμένα, το όφελος διαμορφώνεται σε τέσσερις βαθμίδες, με βελτίωση της ισοτιμίας κατά 15%, 20%, 30% ή 50%, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία εντάσσεται ο δανειολήπτης. Για τις ευνοϊκότερες κατηγορίες εφαρμόζονται εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, ενώ η οριζόντια βελτίωση κατά 15% παρέχεται χωρίς αντίστοιχους περιορισμούς.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, στις τράπεζες παραμένουν 20.625 δάνεια σε ελβετικό φράγκο, με υπόλοιπο περίπου 2,5 δισ. ελβετικών φράγκων, ενώ επιπλέον 17.442 δάνεια, συνολικού ύψους περίπου 3 δισ. ελβετικών φράγκων, βρίσκονται υπό τη διαχείριση εταιριών διαχείρισης απαιτήσεων. Συνολικά, τα δάνεια που εκτιμάται ότι μπορούν δυνητικά να υπαχθούν στο πλαίσιο ανέρχονται σε 38.067.
Οι τέσσερις κατηγορίες
Η ρύθμιση προβλέπει τέσσερις κατηγορίες, τις οποίες οι δανειολήπτες δεν μπορούν να επιλέξουν στην πράξη. Εντάσσονται ανάλογα με το εισόδημα και την περιουσιακή τους κατάσταση και με βάση αυτά καθορίζεται το ύψος του «κουρέματος», αλλά και το επιτόκιο μέχρι τη λήξη του δανείου τους.
Οι δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο που θα αποδεχθούν την κυβερνητική πρόταση θα πρέπει να γνωρίζουν πως προϋπόθεση εφαρμογής της ρύθμισης είναι η τήρησή της για όλη τη διάρκεια και μέχρι την πλήρη εξόφληση του δανείου. Εάν δεν τηρηθεί, η ρύθμιση παύει να ισχύει αναδρομικά, από την έναρξη της εφαρμογής της, με αποτέλεσμα να χάνεται η όποια μείωση του δανείου. Στην πράξη, γίνεται άμεσα απαιτητό το αρχικό ποσό πριν από την εφαρμογή της μειωμένης ισοτιμίας. Δηλαδή, η επιστροφή δεν υπολογίζεται με την επιδοτούμενη ισοτιμία, αλλά με την ισοτιμία που ίσχυε κατά την υπογραφή της νέας σύμβασης, ενώ το δάνειο παραμένει πλέον σε ευρώ.
Πρόσφατα, ο Σύλλογος Δανειοληπτών Ελβετικού Φράγκου (ΣΥΔΑΝΕΦ) είχε διατυπώσει σοβαρές ενστάσεις για το πραγματικό όφελος της νομοθετικής ρύθμισης, υποστηρίζοντας ότι το προβλεπόμενο «κούρεμα» δεν αποκαθιστά τις απώλειες που έχουν υποστεί οι δανειολήπτες από τη μεταβολή της ισοτιμίας.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα δανειολήπτη ο οποίος το 2008 έλαβε δάνειο ύψους 180.000 ευρώ. Ο συγκεκριμένος οφειλέτης προχώρησε σε χρονική επιμήκυνση, προκειμένου να μπορεί να εξυπηρετεί τη μηνιαία δόση, και σήμερα έχει ακόμη 20 χρόνια αποπληρωμής.
Παρότι έχει ήδη καταβάλει 120.000 ευρώ, το ανεξόφλητο υπόλοιπο ανέρχεται σε 165.000 ευρώ. Με βάση τη ρύθμιση εντάσσεται στην κατηγορία του 15% και λαμβάνει μείωση 15.000 ευρώ, με αποτέλεσμα το νέο κεφάλαιο να διαμορφώνεται σε 150.000 ευρώ. Στο ποσό αυτό επιβάλλεται επιτόκιο 3,02% για τα επόμενα 20 χρόνια. Ετσι, χωρίς να συνυπολογιστούν οι νέοι τόκοι, ο δανειολήπτης θα έχει καταβάλει τουλάχιστον 270.000 ευρώ για δάνειο αρχικού ύψους 180.000 ευρώ.
