Την ώρα που η αρμόδια υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, κυρία Δόμνα Μιχαηλίδου, κάνει τουρ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, πραγματοποιώντας άνευ ουσίας επισκέψεις και συναντήσεις, τα νέα στοιχεία για την πορεία του Δημογραφικού επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα είναι μία χώρα με ημερομηνία λήξης, η οποία μάλιστα έρχεται κάθε φορά και πιο σύντομα, καθώς η κατάσταση διαρκώς επιδεινώνεται. Η πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών πιστοποιεί ότι η πορεία προς τον γκρεμό επιταχύνεται χρόνο με τον χρόνο, πιστοποιώντας το αυτονόητο, ότι δηλαδή με μέτρα επικοινωνιακού χαρακτήρα δεν πρόκειται να λυθεί το πιο σοβαρό πρόβλημα της χώρας.
Η μελέτη του επικεφαλής του ΙΔΕΜ, καθηγητή Βύρωνα Κοτζαμάνη, εστιάζει στην κατάρρευση των γεννήσεων τις δύο τελευταίες δεκαετίες, στην ανισοκατανομή του φαινομένου ανά γεωγραφική περιοχή και την αύξηση της μέσης ηλικίας απόκτησης παιδιών, αποκαλύπτοντας ότι σε έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας (Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα) η μείωση υπερέβη το 50% και σε άλλους δέκα κυμάνθηκε από 45% έως 50%, ενώ στον αντίποδα σε έξι νησιωτικούς νομούς ήταν μικρότερη του 30%, και σε δύο από αυτούς, στις Κυκλάδες και στη Ζάκυνθο, μικρότερη ακόμα και του 15%.
Οπως αναφέρει, στη χώρα μας οι γεννήσεις από 148 χιλ. κατά μέσο όρο το 1979-80 περιορίστηκαν στις 67 χιλ. το 2024-25, ενώ η μέση ηλικία στην απόκτηση των παιδιών αυξήθηκε κατά έξι σχεδόν έτη (από 26,2 στα 32,2 έτη, αντίστοιχα). Η μείωση αυτή, που ξεκίνησε τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και συνεχίζεται, αν εξαιρέσουμε την περίοδο 2003-09, οφείλεται στην πτώση της διαγενεακής γονιμότητας των γυναικών, καθώς αυτές που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 απέκτησαν 2 παιδιά, ενώ όσες γεννήθηκαν γύρω από το 1985 λιγότερα από 1,5.
Η μείωση αυτή αποτυπώθηκε φυσικά και στους ετήσιους δείκτες γονιμότητας, που, από 2.200 παιδιά/1.000 γυναίκες το 1979-80, έχουν περιοριστεί στα 1.240 το 2024-25. Την ίδια, δε, περίοδο, εξαιτίας και της αύξησης των θανάτων, τα φυσικά ισοζυγία συρρικνώνονται και μετά το 2010 γίνονται αρνητικά. Ετσι, αν το 1971-80 είχαμε 638 χιλ. περισσότερες γεννήσεις από θανάτους, την επόμενη δεκαετία το πλεόνασμα περιορίστηκε στις 276 χιλ. και τη μεθεπόμενη στις 22 χιλ., ενώ τη δεκαετία 2011-20 είχαμε 267 χιλ. περισσότερους θανάτους από γεννήσεις και την τελευταία πενταετία (2021- 25) 290 χιλιάδες.
Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, είναι εμφανές ότι λείπει μία σοβαρή παρέμβαση σε κεντρικό επίπεδο, με πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα το Επίδομα Παιδιού (Α21), το μοναδικό που παραμένει στα ίδια επίπεδα -και χωρίς τιμαριθμοποίηση των εισοδηματικών κριτηρίων- από το 2017, όταν και θεσπίστηκε. Αντ’ αυτού, παρατηρείται πως μια σειρά από δήμοι ανά την Ελλάδα παίρνουν μεμονωμένες πρωτοβουλίες ενίσχυσης των οικογενειών με παιδιά, την ώρα, μάλιστα, που η κυβέρνηση κρατά κλειστή την κάνουλα των κονδυλίων προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
