Περιορισμένες είναι πλέον οι δυνατότητες για νέες παρεμβάσεις στήριξης της οικονομίας, καθώς το δημοσιονομικό περιθώριο έχει στενέψει μετά και τα μέτρα που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ. Την ίδια ώρα οι υψηλές τιμές της ενέργειας και η επιμονή του πληθωρισμού δημιουργούν έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και Προϋπολογισμό.
Το καμπανάκι χτυπά το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ), με τον επικεφαλής του, Γιάννη Τσουκαλά, να τάσσεται υπέρ στοχευμένων και όχι οριζόντιων παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Οπως επισήμανε κατά την παρουσίαση της τριμηνιαίας έκθεσης, για την Ελλάδα τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια είναι πλέον περιορισμένα.
Στο τραπέζι βρίσκεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και το ενδεχόμενο μεγαλύτερης δημοσιονομικής ευελιξίας μέσω της ενεργοποίησης ρήτρας διαφυγής. Ωστόσο, το ΓΠΚΒ προειδοποιεί ότι μια παρατεταμένη χρήση τέτοιων εξαιρέσεων θα μπορούσε να επηρεάσει την αξιοπιστία της Ευρώπης απέναντι στις αγορές, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία αρκετές χώρες αντιμετωπίζουν ήδη υψηλά ελλείμματα.
Επιμένει ο πληθωρισμός
Πρόσθετη πίεση προκαλεί η πορεία των τιμών. Το ΓΠΚΒ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα το 2026 δεν θα υποχωρήσει κάτω από το 3,2%, ενώ δεν προχωρά ακόμη σε πρόβλεψη για το 2027. Παράλληλα, δεν αποκλείεται νέα επιτάχυνση των τιμών στα τρόφιμα, παρά τη σχετική συγκράτηση που έχει καταγραφεί το τελευταίο διάστημα.
Ηδη τον Αύγουστο ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,7% στην Ελλάδα, έναντι 3,2% στην ευρωζώνη. Η διαφορά αυτή, σύμφωνα με το γραφείο, αποτελεί πηγή προβληματισμού, καθώς σταδιακά επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Την ίδια στιγμή το Bloomberg μεταδίδει ότι η ελληνική κυβέρνηση προβλέπει ανάπτυξη περίπου 2% για το 2026 και ελαφρώς υψηλότερη επίδοση για το 2027. Τα στοιχεία δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί και ενδέχεται να υπάρξουν μεταβολές μέχρι την κατάθεση του προσχεδίου του Προϋπολογισμού στη Βουλή την ερχόμενη Δευτέρα από το υπουργείο Οικονομικών.
Η κυβερνητική εκτίμηση για το 2027 είναι περισσότερο αισιόδοξη από τις τελευταίες προβλέψεις της Τραπέζης της Ελλάδος, η οποία τοποθετεί την ανάπτυξη στο 2% για το 2026 και στο 1,9% για το 2027, με βασικούς μοχλούς την ιδιωτική κατανάλωση, τις επενδύσεις και τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η πορεία του δημόσιου χρέους, καθώς, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Bloomberg, αναμένεται να υποχωρήσει κάτω από το 137% του ΑΕΠ το 2026 και να σπάσει το όριο του 130% το 2027. Η αποκλιμάκωση του χρέους αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους του οικονομικού επιτελείου, σε συνδυασμό με τη διατήρηση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων.
Οι προβλέψεις αυτές συνδέονται με την εκτίμηση ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να διατηρήσει αναπτυξιακή ταχύτητα υψηλότερη από πολλές μεγάλες οικονομίες της Ευρώπης. Ο Κυριάκος Πιερρακάκης έχει, άλλωστε, υποστηρίξει ότι το 2% δεν αποτελεί «ταβάνι» για την ελληνική οικονομία, αλλά βάση πάνω στην οποία μπορεί να χτιστεί υψηλότερη ανάπτυξη, εφόσον επιταχυνθούν οι επενδύσεις και αυξηθεί η παραγωγικότητα.
Το μεγάλο στοίχημα για το 2027 βρίσκεται στην επόμενη ημέρα του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς η ολοκλήρωσή του περιορίζει έναν σημαντικό χρηματοδοτικό μοχλό των τελευταίων ετών. Το οικονομικό επιτελείο προσδοκά ότι οι επενδύσεις που έχουν ήδη κινητοποιηθεί θα συνεχίσουν να τροφοδοτούν την οικονομική δραστηριότητα, ενώ παράλληλα επιδιώκει την προσέλκυση νέων ιδιωτικών κεφαλαίων και μεγαλύτερων επενδυτικών σχεδίων.
