«Guil-Foiled» – Η πτώση της Γκίλφοϊλ και το κενό
Το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος θα αντικαταστήσει τη Γκίλφοϊλ. Είναι ποιος θα μπορεί, όταν χρειαστεί, να σηκώσει το τηλέφωνο και να ακουστεί στην Ουάσιγκτον.
«Guil-Foiled» είναι ο χαρακτηριστικός τίτλος που επέλεξε το αμερικανικό περιοδικό The Atlantic για την πτώση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ. Πρόκειται για λογοπαίγνιο με το επώνυμό της και την αγγλική λέξη foiled, που παραπέμπει σε ματαίωση ή αποτυχία.
Ο αρθρογράφος Τομ Νίκολς, σε κείμενό του στις 14 Οκτωβρίου 2026, υποστηρίζει ότι η απομάκρυνση της αμερικανίδας πρέσβειρας από την Αθήνα δεν οφείλεται πρωτίστως στις καταγγελίες περί διαφθοράς, αλλά στο γεγονός ότι η συμπεριφορά της εκτέθηκε δημοσίως και προκάλεσε πολιτικό κόστος στον Ντόναλντ Τραμπ. Είναι μια άποψη την οποία υποστηρίξαμε και εμείς από τις στήλες αυτές.
Ο σημαντικότερος άγραφος κανόνας στο περιβάλλον του αμερικανού προέδρου είναι να μην εκθέτει κανείς τον ίδιο και την κυβέρνησή του. Η προσωπική αφοσίωση μπορεί να εξασφαλίζει προνόμια, αλλά δεν προσφέρει απεριόριστη προστασία όταν προκύπτει ένα δημόσιο σκάνδαλο.
Η προσωπική εύνοια αποδείχθηκε εξαιρετικά εύθραυστη όταν συγκρούστηκε με την ανάγκη πολιτικής αυτοπροστασίας του Λευκού Οίκου.
Σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του στην «Εστία», με εσωτερική πολιτική βαρύτητα, ο δημοσιογράφος Μανώλης Κοττάκης περιγράφει τη σταδιακή επιδείνωση των σχέσεων της αμερικανίδας πρέσβειρας με το πρωθυπουργικό περιβάλλον, παρά την αρχική συνεργασία στον ενεργειακό τομέα.
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, η Γκίλφοϊλ θεώρησε ότι ορισμένες διαρροές προς αμερικανικά μέσα ενημέρωσης είχαν ελληνική προέλευση. Ο Μ. Κοττάκης συνδέει αυτή την εκτίμηση με την απόφασή της να πραγματοποιήσει επαφές με πολιτικά πρόσωπα εκτός του κυβερνητικού στρατοπέδου, μεταξύ των οποίων ο Αντώνης Σαμαράς, ο Αλέξης Τσίπρας και η Μαρία Καρυστιανού.
Οι επαφές αυτές παρουσιάζονται ως κινήσεις που προκάλεσαν δυσφορία στο Μέγαρο Μαξίμου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα άλλο στοιχείο που αναφέρει ο δημοσιογράφος: ο Κυριάκος Μητσοτάκης γευμάτισε στις 2 Σεπτεμβρίου 2026 στην Αθήνα με τον Ρούπερτ Μέρντοχ, ιδιοκτήτη της News Corp, στην οποία ανήκει η «Wall Street Journal». Κατά το ίδιο δημοσίευμα, είχε προηγηθεί συνάντησή τους στην Τήνο τον Αύγουστο του 2025.
Η σύμπτωση αποκτά δημοσιογραφικό ενδιαφέρον επειδή η «Wall Street Journal» πρωτοστάτησε στις αποκαλύψεις για τη Γκίλφοϊλ, δημοσιεύοντας πληροφορίες για τη συμπεριφορά της και τις επαφές της με επιχειρηματικούς παράγοντες.
Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν υπήρξε οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα στις επαφές του έλληνα πρωθυπουργού με τον ιδιοκτήτη του αμερικανικού εκδοτικού ομίλου και στη ροή πληροφοριών προς την εφημερίδα.
Υπάρχει και μια άλλη διάσταση της παραίτησης που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη: Η προώθηση αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου μέσω του Κάθετου Διαδρόμου, με τον οποίο η Ελλάδα επιδιώκει να αποτελέσει πύλη ενεργειακού εφοδιασμού των Βαλκανίων και της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Η Γκίλφοϊλ υπήρξε δραστήρια υποστηρίκτρια αυτής της στρατηγικής και συνδέθηκε στενά με επιχειρηματικά συμφέροντα που δραστηριοποιούνται στην αγορά και προώθηση αμερικανικού LNG.
Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτους ισχυρισμούς, φέρεται να άσκησε πιέσεις σε γειτονικά κράτη για την αγορά αερίου από συγκεκριμένο επιχειρηματικό σχήμα. Κυκλοφόρησαν ακόμη αναφορές για φερόμενη εμπλοκή της σε πολιτικές εξελίξεις στη Ρουμανία. Της αποδίδεται μάλιστα η φράση «Μπορούμε να το κάνουμε και εδώ», προς τον έλληνα υπουργό Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου, με υπονοούμενο την ελληνική κυβέρνηση. Η αυθεντικότητα και το πλαίσιο αυτής της δήλωσης δεν έχουν επιβεβαιωθεί.
Στο επιχειρηματικό σκέλος ξεχωρίζει η Atlantic SEE LNG Trade, με συμμετοχή της AKTOR κατά 60% και της ΔΕΠΑ Εμπορίας κατά 40%, καθώς και η μακροχρόνια συμφωνία με την αμερικανική Venture Global.
Στο ευρύτερο σκηνικό παρεμβαίνει και ο αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία Τομ Μπάρακ, με επιχειρηματικές διασυνδέσεις και παρουσία σε ενεργειακά σχέδια της Μέσης Ανατολής.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι κατά πόσον η ενεργειακή συνεργασία Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών διαθέτει θεσμική συνέχεια, ανεξάρτητη από συγκεκριμένους διπλωμάτες και επιχειρηματικές διασυνδέσεις.
Η αποχώρηση της Γκίλφοϊλ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τη Θεσσαλονίκη, την οποία επισκέφθηκε τον Δεκέμβριο του 2025, στην πρώτη επίσκεψή της εκτός Αθηνών μετά την ανάληψη των καθηκόντων της.
Χαρακτήρισε την πόλη «απολύτως όμορφη», αναφέρθηκε στην ιστορία, τον πολιτισμό και τη φιλοξενία των κατοίκων της και επισήμανε τις αναπτυξιακές δυνατότητες της Βόρειας Ελλάδας.
Ιδιαίτερα θερμά μίλησε για το προσωπικό του αμερικανικού γενικού προξενείου Θεσσαλονίκης. Εξήρε τη συμβολή του στην υποστήριξη αμερικανικών επιχειρήσεων, στην εκπαιδευτική συνεργασία και στην περιφερειακή ασφάλεια.
Ανάλογη προσέγγιση έχει διατυπώσει και ο Τζος Χακ, ο οποίος αναλαμβάνει προσωρινά την ηγεσία της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στην Αθήνα.
Ο Χακ, διπλωμάτης καριέρας, γνωρίζει τη Θεσσαλονίκη από προηγούμενες επισκέψεις του. Έχει επισημάνει την ανάπτυξη και τη ζωντάνια της πόλης, χαρακτηρίζοντας το αμερικανικό προξενείο εξαιρετικό στρατηγικό πλεονέκτημα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η σύγκλιση των τοποθετήσεων Γκίλφοϊλ και Χακ δείχνει ότι, παρά την αλλαγή προσώπων, η Θεσσαλονίκη παραμένει σημαντικός κόμβος της αμερικανικής παρουσίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Υπάρχει, ωστόσο, μια σοβαρή διπλωματική διάσταση που δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Η κυρίαρχη εκτίμηση είναι ότι οι ελληνικές υποθέσεις αντιμετωπίζονται από τις ΗΠΑ κυρίως σε επίπεδο πρεσβείας. Η Ουάσιγκτον παρεμβαίνει άμεσα όταν οι εξελίξεις απειλούν να προσλάβουν διαστάσεις επικίνδυνης κρίσης.
Η Γκίλφοϊλ μπορεί να είχε ένα ενίοτε χαζοχαρούμενο αμερικανικό στυλ, αλλά διέθετε προσωπική πρόσβαση στον Ντόναλντ Τραμπ. Με την παρέμβασή της, ένα ελληνικό ζήτημα μπορούσε ενδεχομένως να φθάσει απευθείας στον Λευκό Οίκο ή στα υψηλότερα κλιμάκια του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Η απουσία της ενδέχεται, επομένως, να στοιχίσει. Ο διορισμός νέου πρέσβη μπορεί να καθυστερήσει, αφήνοντας τη διαχείριση των ελληνικών υποθέσεων κυρίως σε υπηρεσιακό επίπεδο.
Την ίδια στιγμή, οι σχέσεις Μητσοτάκη και Τραμπ εμφανίζονται προβληματικές, ενώ μια νέα ελληνοτουρκική κρίση δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Δημιουργείται έτσι ένα δυνητικό διπλωματικό κενό, το οποίο η Γκίλφοϊλ κάλυπτε όχι απαραίτητα χάρη στις ικανότητες διαχείρισης σύνθετων υποθέσεων, αλλά χάρη στη δυνατότητά της να τις θέτει ψηλά στην αμερικανική ατζέντα.
Η πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων έχει ιδιαίτερη σημασία όταν διακυβεύονται εθνικά συμφέροντα. Η Αθήνα χρειάζεται, συνεπώς, αξιόπιστους διαύλους επικοινωνίας με την αμερικανική ηγεσία, ιδίως όταν στην Άγκυρα βρίσκεται ο Τομ Μπάρακ, με προσωπική πρόσβαση στον Τραμπ.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος θα αντικαταστήσει τη Γκίλφοϊλ. Είναι ποιος θα μπορεί, όταν χρειαστεί, να σηκώσει το τηλέφωνο και να ακουστεί στην Ουάσιγκτον.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»
ΠΗΓΗ: THITA NEWS
