Διαφωνίες Αθήνας – Βερολίνου με εξαίρεση τα υποβρύχια

Ως νέο σημείο μέγιστης τριβής αναδεικνύεται ο ρόλος της ελληνικής ναυτιλίας στην -πάντως νόμιμη και με οροφή τιμής αποδεκτή από την Ε.Ε.- μεταφορά ρωσικού πετρελαίου

Οι τυπικές επαφές ή -σύμφωνα με ακριβολόγο διπλωμάτη- οι «πρακτικά μη επαφές» του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Γερμανό καγκελάριο, Φρίντριχ Μερτς, κατά τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια της 18ης Ιουνίου και της 15ης Οκτωβρίου 2026 συντηρούν τις βαθιές διαφωνίες σχεδόν εφ’ όλης της ύλης.

Ως νέο σημείο μέγιστης τριβής μεταξύ της Αθήνας και του Βερολίνου αναδεικνύεται ο ρόλος της ελληνικής ναυτιλίας στην -πάντως νόμιμη και με οροφή τιμής αποδεκτή από την Ε.Ε.- μεταφορά ρωσικού πετρελαίου. Διατυπώνονται, επιπλέον, γερμανικές υποψίες περί σύνδεσης ελληνόκτητων πλοίων με τον «σκιώδη στόλο» της Μόσχας, χωρίς να παρέχονται συγκεκριμένα στοιχεία προς απόδειξη τέτοιων ισχυρισμών.

Η δυσαρέσκεια έναντι της Αθήνας χρονολογείται πριν από το καλοκαίρι, όταν ο κ. Μητσοτάκης παρενέβη επανειλημμένα, ώστε η 21η δέσμη κυρώσεων της Ε.Ε. κατά της Ρωσίας να μην πλήξει την ελληνική εφοπλιστική κοινότητα, απορρίπτοντας την επιμονή του κ. Μερτς στη λήψη αυστηρών μέτρων. Είναι, εξάλλου, χαρακτηριστικό ότι σε όλα τα πρόσφατα συμβούλια των υπουργών Εξωτερικών και των Μονίμων Αντιπροσώπων των «27» η Ελλάδα θέτει (κατόπιν των πολλών ουκρανικών πληγμάτων) τα ζητήματα της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας και του σεβασμού του Δικαίου της Θάλασσας, αλλά -λόγω γερμανικών παρεμβάσεων- ουδείς της συμπαρίσταται.

Το Μεταναστευτικό

Παράλληλα, όσον αφορά το Μεταναστευτικό, το Βερολίνο αφενός ανακάλεσε οριστικά το πλοίο του «Deutsche Marine», που συμμετείχε από το 2016 στη νατοϊκή επιχείρηση Aegean Activity για την ανάσχεση των παράνομων εισόδων στο Αιγαίο, και, αφετέρου, εμμένει στην απαίτηση επιστροφής δεκάδων χιλιάδων κατόχων νόμιμων εγγράφων ασύλου από τη Γερμανία στην Ελλάδα, επειδή ήταν η πρώτη χώρα εισόδου τους στην Ε.Ε. Το σημείο του Μεταναστευτικού, επί του οποίου συμφωνούν οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη και Μερτς, είναι η έλλειψη δημοσιότητας.

Η μεν ελληνική πλευρά, επειδή οποιαδήποτε αναφορά θα έχει προφανές εκλογικό κόστος. Η δε γερμανική, επειδή κρίνει από το 2022, όπως είχε πει στον κ. Μητσοτάκη ο τότε καγκελάριος Ολαφ Σολτς (και συμμερίζεται πλήρως ο κ. Μερτς που τον διαδέχθηκε), ότι οι δημόσιες δηλώσεις για τις «δευτερογενείς μεταναστευτικές ροές» θα αναβίωναν το έντονο αντιγερμανικό κλίμα στην Ελλάδα, δυσχεραίνοντας τις κινήσεις του Μεγάρου Μαξίμου.

Πέραν αυτών, αποδείχθηκε όνειρο απατηλό η υπόσχεση που είχε λάβει (ή παρανόησε ότι είχε λάβει) ο πρωθυπουργός από τον σημερινό καγκελάριο για παρέμβασή του στην πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ώστε η Ε.Ε. να προσφέρει σημαντική χρηματοδότηση για τον «φράχτη» στον Εβρο. Αλλωστε, και σε όποιο άλλο ζήτημα συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με την Αγκυρα (διεύρυνση, Τελωνειακή Ενωση Ε.Ε. – Τουρκίας, Συρία, Ισραήλ), ο κ. Μερτς είναι προσεκτικός, ώστε να μη δυσαρεστεί τον πρόεδρο Ρ.Τ. Ερντογάν και τους τουρκογενείς ψηφοφόρους εντός Γερμανίας.

Εκκρεμότητες

Από την άλλη πλευρά, η γερμανική κυβέρνηση επικαλείται βούληση αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας στα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα. Στο πλαίσιο αυτό, συνεχίζονται οι διαβουλεύσεις για την εξεύρεση συμβιβαστικής (και, κυρίως, νόμιμης) λύσης στις διαφορές μεταξύ του υπουργείου Εθνικής Αμυνας και της KNDS Deutschland. Μετά την απόρριψη του πιεστικού αιτήματος (στο οποίο το Μαξίμου φέρεται ότι είχε αρχικά συναινέσει) για την κοινοβουλευτική κύρωση ειδικού νόμου περί εξωδικαστικού συμβιβασμού Ελληνικού Δημοσίου-KNDS, αναζητείται πάλι κοινό έδαφος σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις.

Μεταξύ αυτών, η ζημία άνω των 180 εκατ. ευρώ από το 2001 (!) για την προμήθεια αυτοκινούμενων πυροβόλων PzH 2000, η αίτηση αναίρεσης του Δημοσίου στον Αρειο Πάγο κατά εφετειακής απόφασης για τα άρματα μάχης Leopard 2HEL της σύμβασης του 2003, καθώς και η αίτηση ακύρωσης της γερμανικής εταιρίας στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά της επιβολής ποινικών ρητρών και κατάπτωσης εγγυητικής επιστολής.

Σημαντικό είναι και το θέμα των καθυστερήσεων παραδόσεων τορπιλών υποβρυχίων και ανταλλακτικών αρμάτων μάχης Leopard-1A5 και 2A4. Μέχρι πρότινος, η γερμανική πλευρά μάλλον καθυστερούσε σκόπιμα την παράδοση των ανταλλακτικών για την άσκηση πίεσης, αλλά πλέον υπάρχει και πραγματικό πρόβλημα ελλείψεων λόγω της προτεραιότητας διάθεσής τους στην Ουκρανία.

Αντίθετα, με ταχείς ρυθμούς συνεχίζονται οι διμερείς επαφές για τον έγκαιρο εκσυγχρονισμό μέσης ζωής των τεσσάρων υποβρυχίων τύπου 214HN – «Παπανικολής», προτού τα συστήματά τους (μάχης, οπλισμού, επικοινωνιών και ηλεκτρονικού πολέμου) καταστούν απαρχαιωμένα ή απαιτήσουν δυσκολότερες και ακριβότερες τεχνικές λύσεις.

Μετά την καταρχήν απόρριψη των πολύ θεωρητικών προτάσεων της κορεατικής Hanwha Ocean (η οποία θα επανέλθει ως αντίπαλος των υποψηφιοτήτων Γαλλίας, Γερμανίας και Σουηδίας στο πρόγραμμα νέων υποβρυχίων του Πολεμικού Ναυτικού), το υπουργείο Εθνικής Αμυνας αποδέχεται τις πιο ρεαλιστικές λύσεις του αρχικού σχεδιαστή και κατασκευαστή των 214HN, της ThyssenKrupp, σε συνεργασία με τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά. Αν και αρκετές πτυχές της συνεργασίας μεταξύ των δύο ναυπηγείων (στρατηγική συμφωνία, κατανομή αρμοδιοτήτων, υποκατασκευαστικό έργο, ποσοστό εγχώριων εργασιών κ.λπ.) δεν έχουν ακόμα διευκρινιστεί πλήρως, προβλέπεται πως θα απαιτηθούν μικρότερες συμβάσεις και με άλλες ξένες εταιρίες.

Ωστόσο, το μείζον στοιχείο που έχει απολύτως ξεκαθαρίσει η ThyssenKrupp είναι το άλμα στην τιμολόγηση του προγράμματος εκσυγχρονισμού. Ενώ η αρχική, ενδεικτική εκτίμηση προϋπολογισμού από την ThyssenKrupp, στα τέλη του 2024, ήταν 1,19 δισ. ευρώ (δηλαδή λίγο υψηλότερη των προβλεπόμενων κονδυλίων στον Μακροπρόθεσμο Προγραμματισμό Αμυντικών Εξοπλισμών), εκτοξεύτηκε σε 1,7 δισ. ευρώ στις αρχές του φετινού καλοκαιριού.

Ηδη προβλέπεται, μετριοπαθώς, ότι -λόγω αυξημένου κόστους πρώτων υλών και πρόσθετων επιβαρύνσεων- θα διαμορφωθεί, τελικά, στο 1,9 δισ. ευρώ. Βέβαια, δεν μπορεί να αποκλειστεί, σε καμία περίπτωση, και μεγαλύτερο ποσό (χωρίς ευθύνη των ThyssenKrupp και Σκαραμαγκά) ανάλογα με τις συνθήκες της διεθνούς αγοράς, τη διαθεσιμότητα υλικών και εργασιών των τρίτων εμπλεκόμενων εταιριών και τον χρόνο υπογραφής των επιμέρους συμβάσεων.

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη.