Η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει δύσκολες συγκυρίες. Η σημερινή πρόκληση απαιτεί ψυχραιμία, στρατηγική και έμφαση στην προστασία της κοινωνίας
Η εκρηκτική άνοδος της τιμής του πετρελαίου, που πλέον αγγίζει τα 120 δολάρια το βαρέλι, αποτελεί μια εξέλιξη που προκαλεί έντονη ανησυχία σε ολόκληρο τον κόσμο. Μία από τις άμεσες συνέπειες αυτής της κατακόρυφης ανόδου της τιμής του πετρελαίου οδήγησε σε αύξηση κατά 30% της τιμής του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου. Σε μια περίοδο όπου η παγκόσμια οικονομία προσπαθούσε να βρει ισορροπία ύστερα από διαδοχικές κρίσεις, η σύρραξη στη Μέση Ανατολή λειτουργεί ως ακόμα ένας παράγοντας αστάθειας. Οι αγορές αντιδρούν έντονα, οι επενδυτές εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικοί και η αβεβαιότητα διαχέεται από τα διεθνή χρηματιστήρια μέχρι την καθημερινότητα των πολιτών.
Η αναταραχή που καταγράφεται στις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές είναι ενδεικτική του κλίματος που επικρατεί. Μαζικές ρευστοποιήσεις καταγράφονται σε μεγάλες αγορές, ενώ σημαντικοί δείκτες παρουσιάζουν ισχυρές απώλειες. Οι επενδυτές, φοβούμενοι παρατεταμένη ενεργειακή κρίση και νέα άνοδο του πληθωρισμού, επιλέγουν πιο αμυντικές στρατηγικές. Η αύξηση του κόστους ενέργειας διαπερνά ολόκληρη την οικονομική δραστηριότητα.
Τη διεθνή αβεβαιότητα ενισχύουν και δηλώσεις ηγετών. Οταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει ότι η άνοδος του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια αποτελεί «μικρό τίμημα για την ασφάλεια των ΗΠΑ και του κόσμου», είναι επόμενο η προστασία των κοινωνιών από το νέο κύμα ανατιμήσεων στην ενέργεια που οδηγεί σε επιπλέον επιβάρυνση των οικογενειακών προϋπολογισμών να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα.
Για την ελληνική οικονομία η σύρραξη στη Μέση Ανατολή αποτελεί μια σημαντική πρόκληση. Η χώρα μας, παρότι έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια, παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικούς ενεργειακούς κραδασμούς. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους επηρεάζει τις μεταφορές, τον τουρισμό, την παραγωγή και τελικά τις τιμές των προϊόντων στα ράφια. Εάν η κατάσταση παραταθεί, είναι πιθανό να δούμε νέο κύμα ανατιμήσεων που θα πιέσει ιδιαίτερα τα μικρομεσαία νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις.
Γι’ αυτόν τον λόγο είναι απαραίτητο να υπάρξει έγκαιρη προετοιμασία και στοχευμένη πολιτική. Σύμφωνα με κυβερνητικά στελέχη, τα αρμόδια υπουργεία έχουν ήδη συζητήσει τις πιθανές παρεμβάσεις της κυβέρνησης και αναμένεται το επόμενο διάστημα να ανακοινωθεί ο κυβερνητικός σχεδιασμός. Η Πολιτεία οφείλει να ενισχύσει τα μέτρα στήριξης για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, να εξετάσει δράσεις για τον περιορισμό των ενεργειακών επιβαρύνσεων στις επιχειρήσεις και να επιταχύνει τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Παράλληλα, είναι κρίσιμο να ενισχυθούν οι μηχανισμοί ελέγχου της αγοράς ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα αισχροκέρδειας που συχνά εμφανίζονται σε περιόδους κρίσης.
Η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει δύσκολες συγκυρίες όταν υπάρχει σχέδιο και συνεργασία. Η σημερινή πρόκληση απαιτεί ψυχραιμία, στρατηγική και έμφαση στην προστασία της κοινωνίας και της πραγματικής οικονομίας. Γιατί σε τελική ανάλυση η σταθερότητα μιας οικονομίας δεν μετριέται μόνο στους δείκτες, αλλά στην αντοχή των πολιτών και των επιχειρήσεών της.
*Πρόεδρος ΕΕΑ, επίτιμος διδάκτορας ΠΑ.ΠΕΙ. και Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών


