Εκατομμύρια μοναξιές, είτε ατομικές είτε σε μορφή παρέας, συνωστίζονται σε τραπεζοκαθίσματα χώρων προσωρινής εκτόνωσης (αλλά και… αποθήκευσης) της ανθρώπινης ανίας. Οι καφετέριες, τα εστιατόρια, τα κλαμπ, τα κέντρα διασκέδασης βρίσκονται στην πρωτοπορία του επαγγελματικού κλάδου, που συντηρείται από την ανάγκη αλλά και το χάσιμο χρόνου όσων δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν. Κι είναι στ’ αλήθεια λίγοι εκείνοι που έχουν να κάνουν κάτι καλύτερο από το να κάθονται επί ώρες ανεβάζοντας την ένταση της φωνής τους για να ακουστούν από μια ομήγυρη που δεν θέλει να ακούσει. Ή, μάλλον, η ομήγυρις θέλει να ακούει μόνο την ηχώ των απόψεων, των πεποιθήσεων και των προκαταλήψεών της.
Οσο αραιώνουν τα προσκαλέσματα στο σπίτι, πυκνώνουν τα ραντεβού στα καταστήματα που -με άδεια ή χωρίς- απλώνουν τραπέζια και καρέκλες στις πλατείες, στα πεζοδρόμια, στους κοινόχρηστους χώρους. Εκεί μαζεύονται οι πολλοί στα διαλείμματα της εκεχειρίας του ακήρυχτου πολέμου της καθημερινότητας.
Ενας χώρος μαζικής εστίασης και διασκέδασης υπό μίαν έννοια αποτελεί «ουδέτερο έδαφος». Μπαίνεις στο εστιατόριο, στο κέντρο διασκέδασης, στο κλαμπ χωρίς να αποκαλύπτεις πολλά για τον εαυτό σου: δεν φαίνεται πώς ζεις, ποιας αξίας και αισθητικής αντικείμενα κατέχεις, πώς κινείσαι στον ιδιωτικό σου χώρο. Αυτό μειώνει το άγχος και κάνει εύκολες τις συναντήσεις, ειδικά σε μεγάλες πόλεις, σε ανθρώπους που δουλεύουν πολύ ή σε κύκλους που δεν είναι ακόμη «δεμένοι». Από αυτή την άποψη, οι καφετέριες και τα μπαρ διευκολύνουν τη συχνότητα της επαφής. Ομως ακριβώς επειδή είναι ουδέτεροι χώροι, επιβάλλουν και όρια: ώρα, θόρυβος, κόστος, παρουσία αγνώστων, ακόμη και ένας άτυπος «κανόνας» για το πόσο… προσωπικός και «ανοιχτός» μπορείς να γίνεις.
Οι χώροι εστίασης και διασκέδασης ευνοούν την κοινωνικότητα μεν, αλλά σε ρηχότερο, πιο ελεγχόμενο επίπεδο. Το άνοιγμα των σπιτιών δημιουργεί βαθύτερη και ουσιαστικότερη κοινωνικότητα. Το κόστος της, όμως, είναι η ευθύνη της έκθεσης, της αποκάλυψης της εικόνας της εστίας, η οποία πάντοτε αποτελεί κατοπτρικό είδωλο της ψυχής όσων ζουν εκεί. Ο οικοδεσπότης εκθέτει τα έσω του οίκου του και ο καλεσμένος αναπόφευκτα θα τα… σχολιάσει είτε εντός του, στον καθημερινό διάλογο που κάνει με τη συνείδησή του, είτε με την οικογένειά του, τους φίλους και γνωστούς του.
Το σπίτι δεν είναι ουδέτερο. Αφού, ανοίγοντας το σπίτι σου, αποκαλύπτεις και κομμάτι της ταυτότητάς σου, είσαι πρόθυμος να ανεβάσεις το επίπεδο οικειότητας: η κουβέντα πηγαίνει πιο εύκολα σε βάθος, οι ρόλοι χαλαρώνουν, ο χρόνος γίνεται ελαστικός. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο ουσιαστικές συζητήσεις (πολιτικές, υπαρξιακές, συναισθηματικές) σπάνια κρατιούνται για ώρες σε ένα θορυβώδες καφέ. Αντιθέτως, αντέχουν πολύ σε ένα σαλόνι ή γύρω από ένα τραπέζι.
Από την άλλη, το άνοιγμα των σπιτιών απαιτεί κοινωνικό κεφάλαιο, το οποίο σήμερα δεν είναι αυτονόητο: χρόνος για προετοιμασία, χώρος, ψυχική αντοχή, διάθεση φιλοξενίας. Σε μια εποχή εργασιακής εξάντλησης και μικρών κατοικιών, πολλοί δεν μπορούν ή δεν θέλουν να αναλάβουν αυτό το βάρος. Επίσης, το σπίτι δεν είναι πάντα ασφαλής χώρος για όλους· για κάποιους συνδέεται με άγχος, φόβο έκθεσης της κοινωνικής ή οικονομικής ανισότητας προς τους επισκέπτες ή διατάραξη της ιδιωτικότητάς τους. Γι’ αυτό δεν τίθεται θέμα αντικατάστασης των καφέ με σπίτια. Οι χώροι μαζικής εστίασης και διασκέδασης εξυπηρετούν μια ανάγκη, η οποία προέκυψε από κοινωνική συνθήκη. Πρέπει, όμως, να γίνει κατανοητό ότι ως κοινωνία έχουμε υπερεπενδύσει στους δημόσιους χώρους και υποεπενδύσει στην οικιακή φιλοξενία. Το αποτέλεσμα είναι πολλές επαφές, αλλά λιγότεροι δεσμοί. Επίσης, η υπερβολική ενασχόληση με τον τομέα της εστίασης λειτουργεί αποπροσανατολιστικά για την οικονομία. Δεν είναι εφικτό να υπάρξει οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη σερβίροντας καφέ, σουβλάκια, αναψυκτικά και ποτά ο ένας στον άλλον.
Μια σοβαρή αντιμετώπιση του ζητήματος από την Πολιτεία είναι η διαμόρφωση νομοθετικού και ρυθμιστικού πλαισίου, για τον περιορισμό της «χαμηλής έντασης» χρήσης του δημόσιου χώρου. Δεν χρειάζονται άλλες άδειες τραπεζοκαθισμάτων, ειδικά σε περιοχές με ήδη υψηλή κάλυψη. Οταν ο δημόσιος χώρος αντιμετωπίζεται σαν δωρεάν επέκταση καταστήματος εστίασης, τότε η καφετέρια, το μπαρ, το εστιατόριο γίνονται τεχνητά βιώσιμες επιχειρήσεις.
Επίσης, πρέπει να τεθούν χωρικά όρια ανά γειτονιά, ανάλογα με τον κορεσμό της περιοχής σε αυτού του είδους τα καταστήματα. Για παράδειγμα, αν σε μια περιοχή υπάρχουν Χ κατατήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος (όπου το Χ τίθεται από τον δήμο) ανά 1.000 κατοίκους, τότε οι νέες άδειες να απαιτούν ειδική αιτιολόγηση (π.χ. διαφορετικό concept, μη αιχμιακό ωράριο, κοινωνική χρήση). Αυτό υπάρχει σε άλλες χώρες για φαρμακεία, μπαρ, ακόμα και Airbnb. Επίσης, να επιβάλλεται εφάπαξ τέλος για ίδρυση καφέ/εστιατορίου σε περιοχή με υπερπροσφορά. Να μην είναι δυσβάσταχτο το τέλος, αλλά αρκετό ώστε να «κόψει» τις πρόχειρες αποφάσεις τύπου «δοκιμάζω κι ό,τι γίνει».
Λύσεις υπάρχουν για το θέμα. Η θέληση λείπει.

