Ναι, είχαμε Απόκριες χωρίς κινητά, χωρίς Instagram, χωρίς «περίμενε να το βγάλω story». Ναι, υπήρξε τέτοια εποχή. Και όχι, δεν ήταν στην παλαιολιθική περίοδο. Ηταν τότε που η ελληνική οικογένεια γλεντούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: φασαρία, φαγητό, συγγενείς που εμφανίζονταν απροειδοποίητα και έναν θείο που το παράκανε με το κρασί.
Οι Απόκριες άρχιζαν πραγματικά από την Τσικνοπέμπτη. Η γειτονιά μύριζε καπνό και παϊδάκι από τρία τετράγωνα μακριά. Δεν χρειαζόταν GPS για να βρεις το γλέντι· απλώς ακολουθούσες τη μυρωδιά. Η γιαγιά είχε αναλάβει τα σουβλάκια, ο παππούς ανακάτευε τα κάρβουνα με ύφος πυρηνικού επιστήμονα και ο πατέρας δήλωνε «εγώ δεν τρώω πολύ» ενώ τεμάχιζε το τέταρτο λουκάνικο. Τα λουκάνικα τα έφτιαχνε μόνος του! Τα παιδιά ντύνονταν με στολές συνήθως χειροποίητες ή «με ό,τι βρίσκαμε». Ετσι γεννιόνταν πριγκίπισσες με κουρτίνα για κάπα, Απάχης αλλά με φανέλα Παναθηναϊκού! Κανείς δεν αγχωνόταν αν η στολή ήταν τρέντι. Το μόνο τρέντι ήταν ποιος θα φάει τα περισσότερα γαλακτομπούρεκα.
Στις μεγάλες πόλεις, όπως η Πάτρα, το Καρναβάλι ήταν ολόκληρη ιεροτελεστία. Αρματα, μουσικές, σερπαντίνες που κολλούσαν στα μαλλιά για τρεις μέρες και παρέες που χόρευαν χωρίς να κοιτάνε αν «γράφει» η κάμερα. Και μετά ερχόταν το σπίτι. Εκεί παιζόταν το πραγματικό θέατρο. Η θεία Μαρία τραγουδούσε παλιά λαϊκά, ο θείος Κώστας χόρευε ζεϊμπέκικο με ύφος «άνοιξε η γη να με καταπιεί» και τα παιδιά έτρεχαν πάνω κάτω με πλαστικές σφυρίχτρες που μπορούσαν να σπάσουν τύμπανα. Κανείς δεν έλεγε «κάντε λίγη ησυχία, μιλάω στο τηλέφωνο». Το μόνο τηλέφωνο ήταν από μαύρο βακελίτη και, αν χτυπούσε, απλώς το άφηναν. Οποιος καλούσε θα ξαναπροσπαθούσε. Ή θα ερχόταν από κοντά.
Οι φωτογραφίες; Δυο τρεις με φιλμ. Μετά περιμέναμε να εμφανιστούν και, όταν έβγαιναν, οι μισές ήταν κουνημένες. Κι όμως, τις κρατούσαμε σαν θησαυρό. Γιατί η απόδειξη του γλεντιού δεν ήταν τα likes· ήταν η βραχνιασμένη φωνή την επόμενη μέρα και το ψυγείο γεμάτο τάπερ!
Αϊντε, καλά Κούλουμα και του χρόνου με υγεία!
Η ΑΚΙΣ


