Ανέβαινε, που λες, ο πρωτοπρεσβύτερος από το Αγριοβοτάνι της βόρειας Ευβοίας, μεγάλης ηλικίας άνθρωπος πια, στη σκάλα, που κρατούσε ο κυρ Γιώργης, ο νεωκόρος, και άπλωνε σαν ακροβάτης τα δυο του χέρια, κρατώντας τη «σινδόνην καθαράν».
Και από κάτω ο καντηλανάφτης τον κοίταζε με τρόμο, τον έβλεπε και το μάτι του θόλωνε, καθώς σκεφτόταν «τι έχει να γίνει αν ο παππούλης παραπατήσει» και βρεθεί στο κενό, μαζί με το ξύλινο κορμί του Σωτήρος! Κι άντε να βρεις άκρη, Μεγάλη Παρασκευή, για να τον πας στου «Σαπόρτα», που εφημέρευε!
Βέβαια, κάνα δυο «πειρατικά» ήταν αραγμένα έξω από τον ναό. Το ένα περίμενε τον εργολάβο οικοδομών, τον κ. Βαρωνάκη, που ήταν αρχιεπίτροπος και έφευγε αμέσως μετά την Αποκαθήλωση, για να πάει στο παρεκκλήσι του Κρατικού Νοσοκομείου «Η Βασίλισσα Φρειδερίκη», όπου τον περίμενε ο πατέρας μου, αντιπρόεδρος του νοσοκομείου.
Είναι βέβαιο ότι αν ο εξ Ευβοίας ορμώμενος ιερωμένος έπεφτε, θα τον έπαιρνε αμέσως το «πειρατικό» του Βαρωνάκη για το νοσοκομείο. Αλλά ο εν λόγω ρασοφόρος κατόρθωνε πάντα -έστω και ισορροπώντας επικινδύνως (όπως ο μακαρίτης ο Μητροπάνος, που προλάβαινε «παρά τρίχα» το φάλτσο και το έκανε πλεονέκτημα)- να φέρει εις πέρας κατά τον καλύτερο τρόπο τον δύσκολο ρόλο του.
Και αφού είχε ιδρώσει από την αγωνία, κατέβαινε θριαμβευτικά από την ξύλινη σκάλα, που κρατούσε αγκομαχώντας ο ατυχής νεωκόρος, άφηνε ευλαβώς το θείο σώμα στον ανθοστόλιστο Επιτάφιο και μόλις που απέφυγε από το να σηκώσει τα χέρια θριαμβευτικά και να πανηγυρίσει ως σέντερ φορ, έπειτα από την επιτυχία τέρματος! Και είχε έναν υπέροχο Επιτάφιο η ενορία μας τότε. Τον είχαν φέρει Πόντιοι πρόσφυγες από τη Ρωσία. Κι όταν, περί τα τέλη του ’60, άρχισαν να συναντώνται οι Επιτάφιοι όλων των γειτονικών ενοριών στην κεντρική πλατεία, ο δικός μας Επιτάφιος ξεχώριζε, σαν τη μύγα μες στο γάλα!
Τεράστιο ήταν το πλήθος που ακολουθούσε τα στολισμένα κιβούρια. Και, σας βεβαιώ, το ίδιο τεράστιο είναι και σήμερα! Γεμίζουν οι ναοί από τη Μεγάλη Πέμπτη και κατακλύζονται οι δρόμοι στην περιφορά του Επιταφίου. Η ορθόδοξη πίστη είναι για τον Ελληνα κομμάτι της ζωής του και τα ανθρώπινα ποτάμια που ακολουθούν τον Επιτάφιο και γεμίζουν τους ναούς στα Δώδεκα Ευαγγέλια δεν πηγαίνουν «από συνήθεια» ή «για να περάσει η ώρα». Θα φορέσεις «τα καλά σου», θα ξυριστείς και θα πας στην Εκκλησία. Οπως τότε, που πρωτοφόρεσες μακρύ παντελόνι και γραβάτα και πήγες, καμαρωτός, Μεγάλη Παρασκευή στην εκκλησία. Κι αργότερα, στα 17, που γνώρισες εκείνη τη μυροφόρα στους Αγίους Αναργύρους και από τότε είστε μαζί στη ζωή.
Η ΑΚΙΣ



