«Νομίζω ότι με αυτόν τον τρόπο μπορώ να βοηθήσω τη χώρα μου» σχολιάζει, καθώς περιμένει να ανατραπεί ο Ασαντ για να γυρίσει στη Συρία. Στο Παρίσι δεν έχει καταφέρει να εγκλιματιστεί και το χαρακτηρίζει προσωρινή λύση. Χάνει τον δρόμο της ακόμα και στη γειτονιά της, στην οποία βρίσκεται και ένα συριακό εστιατόριο, όπου πηγαίνει για όλα της τα γεύματα. Η 38 χρονών Ολα Αμπάς βρέθηκε στη γαλλική πρωτεύουσα περίπου στα μέσα του Ιουλίου. Στις 11 Ιουλίου είχε αναρτήσει στο Διαδίκτυο ένα μήνυμα, στο οποίο σχολίαζε ότι δεν υποστήριζε πλέον τον Μπασάρ αλ Ασαντ και συντασσόταν με τους Σύριους αντάρτες. Την επόμενη ημέρα είχε φτάσει στη Βηρυτό και έπειτα από μία εβδομάδα στο Παρίσι, όπως παρατηρεί σχετικό αφιέρωμα του περιοδικού «Der Spiegel». Για 15 χρόνια η Αμπάς παρουσίαζε τις ειδήσεις στην κρατική τηλεόραση και στο κρατικό ραδιόφωνο της Συρίας. Πλέον υποστηρίζει ότι δεν εννοούσε όσα έλεγε επί σχεδόν έναν χρόνο, όταν μετέδιδε σχόλια για την κατάσταση στη χώρα της. Το «Spiegel» σχολιάζει ότι η Αμπάς χαρακτηρίζει τον Ασαντ «ένα τέρας, το οποίο σφάζει τους ανθρώπους του» και τα κρατικά μέσα ενημέρωσης «εξαρτώμενους και υπάκουους» βοηθούς του. Η Ολα Αμπάς σχολιάζει ότι είχε αποφασίσει ότι είναι εναντίον του καθεστώτος από τους πρώτους μήνες της εξέγερσης, όμως σιωπούσε από φόβο.
Η ίδια, όπως και ο Σύριος πρόεδρος, είναι μέλος της αριστοκρατικής θρησκευτικής μειονότητας των αλαουιτών. Μοιράζεται και άλλα στοιχεία με τον Ασαντ, καθώς ο αρραβωνιαστικός της τον υποστηρίζει ακόμη, όπως και οι γονείς της, οι οποίοι είναι και οι δύο συγγραφείς. Η μητέρα της, πρόεδρος της Ενωσης Αράβων Συγγραφέων, είναι σταθερή σχετικά με την υποστήριξή της στον Ασαντ. Μόνο στενοί φίλοι και συνεργάτες, λοιπόν, γνώριζαν το σχέδιο φυγής της Αμπάς, η οποία εκτιμάται ότι έπληξε σε μεγάλο βαθμό το καθεστώς, καθώς ήταν ένα από τα πρόσωπά του.
Συγχρόνως, Αμερικανοί αξιωματούχοι σχολίασαν προσφάτως ότι η ανθρωπιστική κρίση στη Συρία είναι πλέον μία από τις πιο άσχημες στον κόσμο, καθώς 2.500.000 άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποστείλει τρόφιμα και φάρμακα αξίας άνω των 82.000.000 δολαρίων για 780.000 ανθρώπους και οι αρμόδιοι υποστηρίζουν ότι τα μέλη των υπηρεσιών αρωγής δέχονται συχνές επιθέσεις. Εν τω μεταξύ, η κρίση μεταφέρεται και στον Λίβανο, όπου σημειώνεται ανταλλαγή πυρών ανάμεσα σε ένοπλους σουνίτες και αλαουίτες.
Οι δύο κοινότητες αναπαράγουν σε μικρότερη κλίμακα τις συγκρούσεις που διεξάγονται στη Συρία, κάνοντας χρήση αυτόματων όπλων, αντιαρματικών ρουκετών και βομβών.

