Μέσα στο χρονικό της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης, προξενεί εντύπωση η πρωτοβουλία του κόμματος της κυρίας Ρεπούση, της ΔΗΜ.ΑΡ. καθώς και 80 «προσωπικοτήτων» να εκδηλώσουν κίνηση στήριξης στον διευθυντή του Ελληνικού Φεστιβάλ Γιώργο Λούκο. Αξίζει να σημειωθεί ότι τέτοιου είδους αντιδράσεις αγγίζουν τη γραφικότητα. Πρώτον, ένα κυβερνητικό κόμμα να εκτελεί χρέη «παραγωγού» μιας σειράς παραστάσεων και εκδηλώσεων που πληρώνει ο λαός, είναι αν μη τι άλλο άκομψο. Επίσης άκομψο -και στα όρια του… ανεξήγητου- είναι να κινητοποιείται ένας κομματικός μηχανισμός λόγω «φημών» για αντικατάσταση ενός σκηνοθέτη που δήθεν «ανανέωσε δραστικά τον επί σειράν ετών παρηκμασμένο θεσμό» του Ελληνικού Φεστιβάλ. Αν η οποιαδήποτε Αριστερά ήθελε να κάνει ουσιαστική παρέμβαση στα πολιτισμικά δρώμενα και να αποτρέψει την απαξίωση του Ελληνικού Φεστιβάλ, θα έπρεπε να συστήσει στους… δικούς της ανθρώπους να παραιτηθούν από τις κρατικά αμειβόμενες θέσεις και να επιστρέψει η διαχείριση των πολιτισμικών προτάσεων του κράτους σε υπεύθυνα χέρια και όχι σε νοσταλγούς ερυθρών δικτατοριών, που διέρρηξαν τους δεσμούς του κοινού με την τέχνη.
Τώρα ας περάσουμε στην ανακοίνωση των… προσωπικοτήτων. Μάλλον πρέπει να αντισταθεί κάποιος στον πειρασμό να σχολιάσει την άποψη ανθρώπων που αυτοπροσδιορίζονται ως προσωπικότητες και οφείλει να ασχοληθεί με τα έργα του εκλεκτού τους.
Ο κ. Λούκος διορίστηκε διευθυντής του Ε.Φ. την εποχή της μεγάλης πλάνης. Τότε που την περίοδο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες των Αθηνών πιστεύαμε Πολιτεία και πολίτες ότι ξοδεύοντας αλόγιστα, ευνοώντας στον πολιτισμό διεθνιστικές προτάσεις και… μεγαλοπιανόμενοι αποτινάζαμε άπαξ διά παντός τον τίτλο της «ψωροκώσταινας».
Ο κ. Λούκος αμέσως με την ανάληψη των καθηκόντων του απέκτησε φανατικούς θαυμαστές (στην πλευρά του «εκσυχρονιστικού-σημιτικού» κι όχι μόνο Τύπου), μολονότι ακόμα δεν είχε δείξει απτά δείγματα γραφής. Αντιλαμβανόμενος τη σημασία της επικοινωνίας προχώρησε και στην έκδοση εφημερίδας με τίτλο Ε.Φ. (Ελληνικό Φεστιβάλ). Ανοιξαν οι… δουλειές για αρκετούς τότε!
Μετά έξι χρόνια παρουσίας και αποτιμώντας τα θετικά και τα αρνητικά της προσφοράς του, είναι πρόδηλο ότι ο κ. Λούκος δεν έχει να προσφέρει πολλά στο Ελληνικό Φεστιβάλ.
Είναι γεγονός ότι επί των ημερών του κ. Λούκου το Ε.Φ. ήταν μονοδιάστατο, με αποτέλεσμα να οριοθετεί τη δυναμική του εντός μιας καλλιτεχνικής αισθητικής η οποία δεν δικαίωσε επ’ ουδενί τις προσδοκίες που προκάλεσαν τον διορισμό του.
Μεγαλύτερή του αποτυχία, ο τρόπος που διαχειρίστηκε το Φεστιβάλ Επιδαύρου. Το μίκρυνε! Θεσμός πετυχημένος, έχασε τη δυναμική του. Η αντίληψη για το θέατρο και η αισθητική η οποία έφτανε στα όρια της μονομανίας είχαν αποτέλεσμα να μειωθεί ο αριθμός των θεατών. Με ευνοιοκρατικές πρακτικές σε ό,τι αφορά τα μετακαλούμενα σχήματα δεν δικαίωσε την άποψη ότι επειδή δεν ήταν εγχώριος παράγων δεν θα λειτουργούσε ευνοιοκρατικά. Το αντίθετο μάλιστα…
Στον τομέα της μουσικής υπήρξε ένδεια. Το κοινό του φεστιβάλ κυριολεκτικώς έχασε την επαφή με τα σημαντικά δρώμενα. Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι κεκτημένα 40 και πλέον ετών χάθηκαν αμέσως. Ο κ. Λούκος λειτούργησε δίνοντας την αίσθηση αποστροφής στην έννοια του κλασικού και η μουσική ήταν το μεγάλο θύμα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι και στη διαχείριση των οικονομικών δεν έχει αφήσει τις καλύτερες των εντυπώσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι το Ε.Φ. χρωστά ακόμα και σε άλλους καλλιτεχνικούς οργανισμούς. Οφείλει χρήματα στην Εθνική Λυρική Σκηνή, επί παραδείγματι. Δεν έχουν δοθεί οι εισπράξεις που οφείλονται εδώ κι έναν χρόνο! Αραγε όλα αυτά τα χρόνια οι υπεύθυνοι του ΥΠΠΟ αναρωτήθηκαν πώς διαχειρίστηκε τα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων; Ή μήπως οι προοδευτικές προσωπικότητες που τον «λιβάνιζαν» θεωρούν ότι ο έλεγχος ήταν επικίνδυνο πεδίο;
Οι παραστάσεις της ντροπής και ηδήθεν πρωτοπορία
Ολη η έμφαση στο Ελληνικό Φεστιβάλ επί διεύθυνσης Λούκου δόθηκε στις παραστάσεις της οδού Πειραιώς, που ομολογουμένως προσέδωσαν μια ανανέωση. Ομως το Ε.Φ., από ένα φεστιβάλ διεθνούς ακτινοβολίας, μετετράπη σε ένα φεστιβάλ περιθωριακής πρωτοπορίας. Παραστάσεις σαν κι αυτή της Κ. Κιτσοπούλου (ένα ανθελληνικό ρεσιτάλ όπου διασύρεται η μνήμη του Αθανάσιου Διάκου και ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων) δικαιώνουν τον χαρακτηρισμό.
Ο Γ. Λούκος στηρίχτηκε στο «νέο», σε αυτό που ποτέ δεν είχαμε δει ώσπου να έρθει… Αυτή ήταν η βασική επιχειρηματολογία των υπερασπιστών του.
Εν πρώτης ήταν μια τεράστια υπερβολή. Την Πίνα Μπάους, π.χ., την είχαμε δει και προ Λούκου. Ουσιαστικά με τις επιλογές του δικαίωνε τη δήθεν «προοδευτική» διανόηση. Αναστρέφοντας τον επαρχιώτικο τρόπο σκέψης σε δήθεν κοσμοπολίτικο, μετέτρεψε ένα σημαντικό βήμα παραγωγής πολιτισμού αποκλειστικώς σε κέντρο διανομής πολιτισμού. Κι αυτό γιατί, εμποτισμένος από την ιδεοληψία των προοδευτικών, νεοταξικών κέντρων που τον στηρίζουν φανατικά, λειτούργησε με την άποψη ότι τίποτε από αυτά που γεννήθηκαν στη σύγχρονη Ελλάδα δεν αξίζει και γι’ αυτό μόνο με μετακενώσεις ευρωπαϊκών «προϊόντων» δημιουργείται κάτι αξιόλογο.

