Ξεκινά από την Κοζάνη και φτάνει ως τη Nέα Ζηλανδία, μεταφέροντας τις θεραπευτικές του ιδιότητες και τα μαγειρικά του μυστικά ανά την υφήλιο. Ο περίφημος κρόκος Κοζάνης επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, με όλο και περισσότερους παραγωγούς να ασχολούνται με το πολυτελές και προσοδοφόρο αυτό προϊόν, έπειτα από τη μεγάλη πτώση στην παραγωγή του την περασμένη δεκαετία, που ήταν αποτέλεσμα μιας τάσης φυγής από τον αγροτικό χώρο, αλλά και του υψηλού κόστους. Η παραγωγή του κρόκου Κοζάνης βρέθηκε από τους 12 τόνους ετησίως του 1995 στα 970 κιλά του 2008, για να αρχίσει να ανακτά σιγά σιγά το έδαφος, φτάνοντας σε 1,5-2 τόνους το 2012. Στόχος είναι στην πενταετία οι τόνοι να γίνουν πέντε και ο τζίρος 10.000.000 ευρώ από τα 4.000.000 ευρώ της περσινής χρονιάς.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνεταιρισμού Κροκοπαραγωγών Κοζάνης, Νίκο Πατσιούρα, ο ελληνικός κρόκος είναι ο καλύτερος ποιοτικά στον κόσμο λόγω κλίματος, γι’ αυτό και πιο ακριβός, δεν καταφέρνει όμως να ανταγωνιστεί τον ιρανικό κρόκο, που αναδεικνύεται πλέον σε μονοπώλιο, με παραγωγή 200 τόνων ετησίως, τιμές κατά 50% χαμηλότερες, αλλά και μεροκάματα των δύο δολαρίων. «Η Ελλάδα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η Ε.Ε. απαιτεί από μας ποιότητα, αυστηρούς ελέγχους, διαδικασίες που ανεβάζουν το κόστος του προϊόντος μας. Τι κάνει όμως με τον κρόκο του Ιράν, που βρίσκεται στο 99% των αλυσίδων σούπερ μάρκετ των ευρωπαϊκών κρατών-μελών; Γιατί δεν προστατεύει το ευρωπαϊκό προϊόν;» αναρωτιέται ο κ. Πατσιούρας.
Στην περιοχή της Κοζάνης καλλιεργούνται σήμερα 4.000 στρέμματα κρόκου, ενώ περί τις 700 οικογένειες είναι μέλη του συνεταιρισμού. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, στην Ελλάδα το 65% χρησιμοποιεί τον κρόκο για θεραπευτικούς λόγους και το 35% για τη μαγειρική.
Μαρία Μαθιοπούλου


