«Εγώ, ο Μάρκος. Εγώ έκανα κουμάντο». Συγκεντρωτικός, ευέξαπτος, ευερέθιστος, έβαζε και έβγαζε τα γυαλιά του κάθε λίγα λεπτά. Καθόταν με απόλυτη συγκέντρωση, με τεντωμένο το κεφάλι και προσπαθούσε να έχει οπτική επαφή με όλους τους μάρτυρες.
Από τη χλιδή και την πολυτέλεια, τα ακριβά σπίτια και τα ιδιόκτητα μπουζουξίδικα, σε ένα κελί, παρέα με κατσαρίδες έως τις 4 το πρωί, να γράφει την απολογία του. Ο Μάρκος Καραμπέρης μέσα στη φυλακή έχασε πολλά κιλά. Στο δικαστήριο δεν θύμιζε σε τίποτε τον άντρα που μέχρι πριν από μερικά χρόνια έμπαινε «και στέκονταν όλοι προσοχή», όπως είπε χαρακτηριστικά. Από «κουστουμάτος», καθημερινά στο εδώλιο με ξεβαμμένα πουκάμισα.
Η ιστορία της ζωής του μοιάζει βγαλμένη από ασπρόμαυρη ελληνική ταινία. Τα είχε όλα. Από τον «φυλακόβιο» πατέρα και τα χρόνια στο ορφανοτροφείο, μαθητής στο κολέγιο και πλούσιος φοιτητής στη Φλορεντία, από όπου αποφοίτησε «με άριστα με τόνο».
Ακολούθησαν οι δεκαετίες του ’70, του ’80 και του ’90 με τα νυχτερινά μαγαζιά του πατέρα του Θωμά να μεσουρανούν, να περνά από τις πίστες τους κάθε «πρωτοκλασάτος» τραγουδιστής. Ο πατέρας Θωμάς πεθαίνει το 1991 και ο Μάρκος κληρονομεί μια αυτοκρατορία. Τη δεκαετία του 1990 ο Καραμπέρης κάνει ζωή μεγιστάνα. Κάποια στιγμή, σύμφωνα με τον ίδιο, χάνει τον έλεγχο με τον τζόγο. Χρηματιστήριο, στοίχημα, νόμιμο και παράνομο, όλα ενθουσιάζουν τον Μάρκο. Ετσι, λέει, καταστράφηκε.
Αριστείδης Μάτιος


