Με ποδοσφαιρικούς όρους θα λέγαμε απλά ότι στο ζήτημα της Κριμαίας ο Βλαντιμίρ Πούτιν παίζει μπάλα στο δικό του γήπεδο και μάλιστα είναι κυρίαρχος του παιχνιδιού. Το θέμα βέβαια είναι πολύ πιο σύνθετο, καθώς θα ακολουθήσουν ακόμη πολλά «ματς» μετωπικών συγκρούσεων και εκβιασμών στη γεωπολιτική σκακιέρα για τις αλλαγές ισορροπιών που επιχειρούνται τόσο από τη Δύση -κυρίως τις ΗΠΑ- όσο και από τη Ρωσία. Το δημοψήφισμα της Κριμαίας, η προσάρτηση και η υπογραφή της συνθήκης από τη Ρωσία μπορεί σε μια πρώτη ανάγνωση να θεωρηθούν τετελεσμένα γεγονότα με τα γνωστά αποτελέσματα του οικονομικού πολέμου μεταξύ Δύσης – Ρωσίας και της διπλωματικής σύγκρουσης. Υπάρχουν όμως πολλά αναπάντητα ερωτήματα για το ποιες θα είναι οι επόμενες κινήσεις του Ρώσου προέδρου, ενός παίκτη που κανένας από τους αντιπάλους του, πραγματικούς και μη, δεν υπολόγισε σωστά…
Η κίνηση Πούτιν να προχωρήσει στην προσάρτηση της Κριμαίας διαμορφώνει μια νέα κατάσταση πραγμάτων τόσο σε διεθνές όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Οπως σχολίαζε ο «Guardian», η Κριμαία έγινε το σύμβολο για την ανασύσταση της ρωσικής επικυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή της Βαλτικής και του Καυκάσου. Η πτώση του Γιανουκόβιτς ήταν, ουσιαστικά, μια ήττα για τον Βλαντιμίρ Πούτιν, που έχασε έναν βασικό σύμμαχο ο οποίος του εξασφάλιζε ότι η Ουκρανία θα παραμείνει στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας. Από το 2004, όταν οι χώρες της Βαλτικής έγιναν μέλη του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., η Ρωσία ένιωθε να «περικυκλώνεται» από τη δυτική συμμαχία. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Τζορτζ Φρίντμαν στη γεωπολιτική επιθεώρηση «Stratfor», οι καταιγιστικές εξελίξεις στο εσωτερικό της Ουκρανίας ανέτρεψαν τους ρωσικούς σχεδιασμούς. Η Κριμαία, λοιπόν, έγινε η πρώτη απόπειρα του Πούτιν να ελέγξει τις εξελίξεις. Με την προσάρτηση η Ρωσία θέλησε να στείλει το μήνυμα ότι παραμένει παγκόσμια και περιφερειακή δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αγνοείται. Παράλληλα, μέσα από την κίνηση αυτή ο Βλαντιμίρ Πούτιν ενίσχυσε την προσωπική εικόνα του στο εσωτερικό της χώρας σε μια κρίσιμη στιγμή, όπου η δημοτικότητά του βρισκόταν σε χαμηλά επίπεδα και η οικονομία της Ρωσίας, σύμφωνα με Ρώσους αξιωματούχους, βρίσκεται στα πρόθυρα της κρίσης.
Η λογική λέει ότι ο Ρώσος πρόεδρος θα συνυπολογίσει όλα τα δεδομένα προτού λάβει τις τελικές αποφάσεις του. Το ερώτημα είναι εάν το Κρεμλίνο πράγματι πιστεύει ότι μπορεί να διαχειριστεί και να αντέξει τις συνέπειες από μια απόφαση για ένωση της Κριμαίας με τη Ρωσική Ομοσπονδία – το βέβαιο είναι ότι η Μόσχα δεν είναι διατεθειμένη να αφήσει την περιοχή έξω από τη σφαίρα επιρροής της. Την ίδια ώρα, όμως, δεν θέλει να δημιουργήσει και συνθήκες τέτοιες που να επιβάλλουν τη «μόνιμη» αμερικανική παρουσία στην Ουκρανία ή σε γειτονικές της Ρωσίας περιοχές, ενώ σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελε να οδηγηθεί η Ουκρανία στην αγκαλιά του ΝΑΤΟ. Ο Πούτιν προφανώς θα πρέπει να συνυπολογίσει όλα τα δεδομένα προτού λάβει τις τελικές αποφάσεις του. Μέχρι στιγμής τα οικονομικά «αντίποινα» της Δύσης δεν τον πτοούν, ίσως γιατί γνωρίζει ότι μπορεί να ελέγξει σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις. Η «ρωσική αρκούδα» μπορεί να τρομάξει τη Δύση εάν το θελήσει· ο Πούτιν έχει την μπάλα στα πόδια του…
Οι τέσσερις επιλογές που έχει μπροστά η «ρωσική αρκούδα»
Η κατάσταση παραμένει αβέβαιη. Κατά τον Τζορτζ Φρίντμαν, ο Πούτιν έχει τέσσερις επιλογές.
Η πρώτη είναι να μην κάνει τίποτε. Να αφήσει δηλαδή την κατάσταση να εξελιχθεί με τρόπο έτσι ώστε η προσάρτηση της Κριμαίας να γίνει μη αναστρέψιμη. Να περιχαρακώσει δηλαδή ό,τι πέτυχε έως αυτήν τη στιγμή. Παράλληλα, θα παρακολουθεί τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Ουκρανίας, όπου το πολιτικό σκηνικό παραμένει αρκετά εύθραυστο. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, σημειώνει ο Φρίντμαν, «η ρωσική επιρροή, τα χρήματα και οι συγκεκαλυμμένες δραστηριότητες» μπορεί να διασφαλίσουν την ουδετερότητα της Ουκρανίας. Αυτή η πολιτική, όμως, χρειάζεται χρόνο και δεν εξασφαλίζει ότι η Ουκρανία θα παραμείνει εκτός δυτικής επιρροής.
Η δεύτερη επιλογή είναι να εισβάλει στην Ουκρανία για να καταλάβει τις ανατολικές περιοχές. Αυτή είναι μια επιλογή υψηλού ρίσκου η οποία, αναπόφευκτα, θα έχει και το ανάλογο κόστος. Η περαιτέρω στρατιωτικοποίηση της κρίσης, ωστόσο, κάθε άλλο παρά θα λύσει τα προβλήματα της Μόσχας, ενώ σε μια τέτοια περίπτωση η Δύση θα υποχρεωθεί να δώσει ανάλογη απάντηση. Πρέπει δε να θεωρείται βέβαιο ότι η ουκρανική κυβέρνηση θα ζητήσει προστασία από τη δυτική συμμαχία, δηλαδή το ΝΑΤΟ, και οι διαδικασίες ενσωμάτωσης της Ουκρανίας στους ευρωατλαντικούς θεσμούς θα επιταχυνθούν.
Η τρίτη επιλογή είναι να χρησιμοποιήσει τους ρωσικούς πληθυσμούς στις γειτονικές χώρες, που είναι ήδη υπό την επιρροή της Δύσης, για να επιδείξει σε όλους την παρουσία και τη σημασία της. Με αυτόν τον τρόπο θα κάνει σαφές ότι μπορεί να επηρεάζει τις εξελίξεις στο εσωτερικό των γειτόνων της, ωστόσο αυτό το γεγονός ίσως ενισχύσει τα ήδη ισχυρά αντιρωσικά αισθήματα στις κοινωνίες των χωρών αυτών.
Η τέταρτη επιλογή είναι να αξιοποιήσει τη διπλωματική επιρροή που έχει για να υπενθυμίσει στις ΗΠΑ και τις άλλες δυτικές δυνάμεις ότι είναι αναγκαίος παίκτης σε κρίσιμα θέματα διεθνούς πολιτικής, όπως οι συνομιλίες με το Ιράν και η συριακή κρίση. Η συνεργασία της Ρωσίας στα θέματα αυτά είναι πολύ σημαντική για να προχωρήσει μια πιθανή τελική συμφωνία με την Τεχεράνη και να αναζητηθεί ρεαλιστική λύση στη Συρία.
Το «ναρκοπέδιο» και οι κυρώσεις από τον Ομπάμα
Οπως σχολίαζε η Μαίρη Μίσιο σε πρόσφατο άρθρο της στο αμερικανικό «Slate», η προσάρτηση της Κριμαίας μπορεί να λειτουργήσει αλλά όχι για πολύ. «Η ιμπεριαλιστική μανούβρα του Πούτιν μπορεί να γίνει το Βατερλό του» υποστηρίζει. Η περιοχή είναι εξαρτημένη από την Ουκρανία σε μεγάλο βαθμό, σε θέματα όπως η υδροδότηση και η ηλεκτροδότηση. Ενα άλλο ζήτημα, ακόμη πιο σημαντικό, είναι η ανομοιογένεια του πληθυσμού της Κριμαίας. Το 20% του πληθυσμού είναι Τατάροι (μουσουλμάνοι), πολλοί από τους οποίους επέστρεψαν στην περιοχή μετά το 1992 και τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης, που τρέφουν έντονα αντιρωσικά αισθήματα εξαιτίας της εθνοκάθαρσης που επιχειρήθηκε επί Στάλιν. Η αντίδρασή τους όταν προχωρήσει η προσάρτηση είναι απρόβλεπτη. Το βέβαιο είναι ότι ο Πούτιν δεν επιθυμεί μια νέα Τσετσενία…
Ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα ανακοίνωσε την Πέμπτη νέες κυρώσεις εναντίον Ρώσων ολιγαρχών και υπέγραψε Προεδρικό Διάταγμα το οποίο ανοίγει τον δρόμο για επιβολή κυρώσεων εναντίον βασικών τομέων της ρωσικής οικονομίας στην περίπτωση που η Μόσχα δεν αλλάξει τη στάση της, ενώ στον ίδιο δρόμο, με πιο light κυρώσεις, βρίσκεται και η Ε.Ε. Ως αντίποινα στις αμερικανικές κυρώσεις η Μόσχα ανακοίνωσε ότι επέβαλε κυρώσεις σε εννέα Αμερικανούς αξιωματούχους και βουλευτές, προειδοποιώντας τη Δύση ότι θα απαντά σε κάθε «εχθρική» πράξη. Το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι οι κυρώσεις σε αξιωματούχους… Το Κρεμλίνο και προσωπικά ο Πούτιν ζήτησαν από το ρωσικό κεφάλαιο να επιστρέψει στη μητέρα πατρίδα, μια προοπτική που προκαλεί ρίγος στη Δύση εάν σκεφτεί κανείς τις ρωσικές επενδύσεις των τελευταίων ετών.
Στέλλα Θεοδώρου


