Αφορά οφειλέτες σε ασφαλιστικά ταμεία και η τακτοποίηση θα γίνεται έως 36 δόσεις
Ρύθμιση οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία ακόμα και για χρέη κάτω των 3.000 ευρώ προωθεί το υπουργείο Εργασίας στο πλαίσιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού. Οπως επεσήμανε ο υφυπουργός Κοινωνικών Ασφαλίσεων Αναστάσιος Πετρόπουλος σε συνέδριο του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, «αυτά τα ποσά θα ρυθμίζονται μέχρι 36 δόσεις, ενώ τα χρέη πάνω από 3.000 ευρώ θα ρυθμίζονται έως και 120 δόσεις. Ταυτόχρονα θα δοθεί η δυνατότητα η ρύθμιση να μη χάνεται, ακόμη και αν την απολέσει κανείς για τρεις μήνες».
Διευκρίνισε επίσης ότι θα υπάρξουν κριτήρια για να υπαχθεί κάποιος σε μία από τις έξι κλίμακες που θα δημιουργηθούν με παραμέτρους το χρέος, τις δόσεις και την έκπτωση, καταλήγοντας ότι «δεν θα ισχύουν οι 120 δόσεις και για αυτόν που έχει να πληρώσει, γιατί έτσι ουσιαστικά θα τον δανείζαμε». Σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής θα υπάρχει πλήρης διαγραφή προσαυξήσεων και τόκων.
Η όλη διαδικασία θα εμπεριέχει αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις και θα εξατομικεύεται για κάθε ελεύθερο επαγγελματία ανάλογα με συγκεκριμένα οικονομικά, κοινωνικά και οικογενειακά κριτήρια.
Γενικά ο εξωδικαστικός συμβιβασμός αφορά τα συνολικά χρέη των επιχειρήσεων θέτοντας ως κατώτατο όριο οφειλών τα 20.000 ευρώ. Ο αριθμός των δόσεων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος των 120, ενώ η κατώτερη μηνιαία δόση δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 50 ευρώ. Για οφειλές κάτω των 3.000 ευρώ (αφορά κυρίως αγρότες) το ανώτατο όριο δόσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 36.
Εφόσον το ΚΕΑΟ υπογράψει τη συμφωνηθείσα σύμβαση αναδιάρθρωσης, θα χορηγείται ασφαλιστική ενημερότητα, θα αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων καθώς και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων, κατά του οφειλέτη. Επίσης, θα αναστέλλεται κάθε ποινική δίωξη και θα αναβάλλεται η εκτέλεση ποινής που επιβλήθηκε για τις συγκεκριμένες οφειλές.
Μάλιστα, ο πήχης για τα έσοδα του Κέντρου έχει ανέβει, όπως προκύπτει από τον προγραμματισμό για το 2017, καθώς προσβλέπει πλέον στην είσπραξη 1 δισ. ευρώ, έναντι στόχου 750.000.000 ευρώ το 2016.

